Ίλεξ ο οξύφυλλος (Ilex aquifolium)

Νεραϊδοχώρι Τρικάλων – Μάρτιος 2013

Η λατινική ονομασία του φυτού είναι Ilex aquifolium (Ίλεξ ο οξύφυλλος) και ανήκει στην οικογένεια των Οξυφυλλοειδών. Είναι αυτοφυές στα δάση της νότιας Αμερικής και φύεται σε δυτική και νότια Ευρώπη, βορειοδυτική Αφρική και νοτιοδυτική Ασία. Το χειμώνα έχουν κόκκινους (κυρίως), πορτοκαλί ή κίτρινους διακοσμητικούς καρπούς που χρησιμοποιούνται στη χριστουγεννιάτικη διακόσμηση.


Ανάλογα με τις παρυφές των φύλλων τους και για πρακτικούς λόγους διαιρούνται σε τρεις κατηγορίες:

  1. Λειόχειλα
  2. Αγκαθωτά
  3. Αγκαθωτά και οδοντωτά

Αναπτύσσονται σε υγρά, καλά στραγγιζόμενα, γόνιμα εδάφη και ηλιόλουστες ή σκιασμένες θέσεις. Φυτεύονται μεμονωμένα σε φράκτες και γλάστρες. Πολλαπλασιάζονται με ημιξυλώδη μοσχεύματα το καλοκαίρι. Κλαδεύονται μόνο για να διατηρήσουμε το σχήμα τους ενώ δέχονται και κλάδεμα μορφοποίησης.
Στην Ελλάδα το συναντάμε με τα κοινά ονόματα αρκουδοπούρναρο, αρκουδοπούρνι, γκι, μηλιοπούρναρο, λιαπουρνιά, λιόπρινο, ελαιόπρινο, λιόπουρνο, λαύρος, ήμερο πουρνάρι.

Είναι χαρακτηριστικό αειθαλές δενδρύλλιο και φύεται σε δάση ιδιαίτερα φυλλοβόλων δέντρων, ανάμεσα σε καστανιές και οξυές. Το ύψος του φτάνει τα 10, σε μερικές περιπτώσεις και τα 20 μέτρα. Συνήθως όμως κλαδεύεται και παραμένει θάμνος. Ο κορμός του φυτού μπορεί να φτάσει σε διάμετρο από 40 έως 80 εκατοστά και ο φλοιός είναι λείος. Τα κλαδιά είναι πράσινα. Φύλλα έμμονα, βαθυπράσινα, λαμπερά, κηρώδη και δερματώδη. Κοντά στο χώμα τα φύλλα είναι πολύ αγκαθωτά. Άνθη μικρά, λευκά με 4 πέταλα ενωμένα σε κόρυμβο, τα αρσενικά και θηλυκα πάνω σε διαφορετικά δέντρα. Ο επικονιασμός γίνεται με τις μέλισσες. Οι καρποί είναι ράγες με χρώμα κόκκινο-κοραλλιού, ωριμάζουν το φθινόπωρο και διατηρούνται καλά το χειμώνα. Έχουν διάμετρο 6-10 χιλιοστά. Είναι πολύ πικροί λόγω της ιλικίνης που περιέχουν και για το λόγο αυτό τα πουλιά σπάνια το αγγίζουν και αυτό στα τέλη του χειμώνα, όταν το κρύο τους έχει κάνει μαλακότερους και πιο εύγεστους.

Νεραϊδοχώρι Τρικάλων – Μάρτιος 2013

Ιστορικά στοιχεία
Βότανο γνωστό από την αρχαιότητα. Σύμφωνα με τον Πυθαγόρα, το αρκουδοπούρναρο έφερνε γούρι, έδιωχνε τα μάγια, το κάψιμο στον κήπο έδιωχνε τα φαντάσματα, επίσης έφερνε ευτυχία στα νεόνυμφα ζευγάρια. Ο Διοσκουρίδης συνιστούσε τον ιξό του δέντρου κατά των εγκαυμάτων και σαν κολλώδιο (διάλυμα κολλοδιοβάμβακος εντός μείγματος οινοπνεύματος και αιθέρος που χρησιμοποιούσαν στην θεραπευτική). Ο Παράκελσος χρησιμοποιούσε το αφέψημα των φύλλων κατά του αρθριτισμού. Στα τέλη του 18ου αιώνα το χρησιμοποιούσαν πολύ σαν σπουδαίο αντιπυρετικό.
Για πολλούς αιώνες το φυτό το θεωρούσαν ιερό. Το μετέφεραν στο σπίτι για προστασία. Συμβόλιζε την υπόσχεση της νέας ζωής στο καταχείμωνο, ενώ αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα των εορτών των Χριστουγέννων. Το θεωρούσαν γιατρικό για λοιμώδεις παθήσεις, όπως η ελονοσία και η ευλογιά.

Άνθιση – Χρησιμοποιούμενα μέρη – Συλλογή
Το φυτό ανθίζει Μάιο και Ιούνιο. Για θεραπευτικούς σκοπούς χρησιμοποιούνται συνήθως τα νεαρά φύλλα του φυτού, τα οποία συλλέγονται συνήθως τον Ιούνιο. Σε διάφορες περιοχές του κόσμου όμως χρησιμοποιούνται επίσης ο φλοιός, οι καρποί και οι ρίζες του φυτού, που συλλέγονται όλες τις εποχές γιατί διατηρούν τις ιδιότητές τους όλες τις εποχές του χρόνου.

Θεραπευτικές ιδιότητες και ενδείξεις
Οι ράγες του φυτού είναι τοξικές. Άλλοτε το βότανο το χρησιμοποιούσαν ως θεραπευτικό, αλλά σήμερα χρησιμοποιείται σπάνια. Τα φύλλα θεωρούνται εφιδρωτικά και διουρητικά. Το ρόφημα των φύλλων διεγείρει το νευρικό σύστημα περισσότερο από τον καφέ και το τσάι. Παρά τη διέγερση όμως που προκαλεί, ελαττώνει την αρτηριακή πίεση και αυξάνει την εφίδρωση.
Οι καρποί θεωρούνται εμετικοί, καθαρτικοί και επουλωτικοί. Διεγείρουν τα πεπτικά όργανα και φέρνουν τάση προς εμετό και καθαρτικές κενώσεις. Για εξωτερική χρήση, οι καρποί κονιορτοποιούνται και επιθέτονται πάνω σε πληγές για να σταματήσει η αιμορραγία.
Το βάμμα των φύλλων συνίσταται ως διουρητικό και αποτελεσματικό εναντίον της χρόνιας βρογχίτιδας, των ρευματισμών, κατάρρους, εμπύρετα, πλευρίτιδα και αρθρίτιδα.

Παρασκευή και δοσολογία
Το βότανο παρασκευάζεται ως αφέψημα. Σε ένα λίτρο νερού μπαίνουν 30 έως 60 γραμμάρια ξηρού βοτάνου.

Προφυλάξεις
Οι καρποί του φυτού είναι δηλητηριώδεις. Η χρήση τους μπορεί να προκαλέσει εμετό, διάρροια και υπνηλία, αλλά οι παρενέργειες δεν περιορίζονται εκεί. Η ιλικίνη που περιέχουν προκαλεί ενοχλήσεις στο στομάχι και τα έντερα, ενώ άλλα συστατικά είναι επιβλαβή για το νευρικό σύστημα και την καρδιά. Η κατάποση μόλις 20 καρπών του φυτού μπορεί να αποβεί μοιραία.

* Άρθρο του Σάκη Κουβάτσου στα «Χανιώτικα Νέα»

Πηγή
herb.gr

Μοιραστείτε το
Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on Google+Email this to someone

Προτεινόμενα άρθρα