Γιώργος Βουτυρόπουλος, «Ορειβατική Λογοτεχνία»

«Great things happen when men and mountains meet»
William Blake

Υπάρχει κάτι στα βουνά που εμπνέει τον άνθρωπο να γράφει γι’ αυτά. Λίγο διαφορετικά ίσως από ότι για άλλα πράγματα. Μπορεί αυτό να οφείλεται στο γεγονός ότι ο συγγραφέας αφήνεται να καταπιαστεί με κάτι λιγότερο θνητό και ελεύθερο από υποκειμενισμό ή μήπως είναι γιατί τα υποκείμενα του τοποθετούνται σε ένα περιβάλλον που τα ξεπερνάει, τα προκαλεί και τα υποβάλλει;

Η απήχηση που έχουν τα βουνά στην ανθρώπινη σκέψη είναι έκδηλη ακόμη και στα πρώιμα στάδια του πολιτισμού. Η σύνδεσή τους με το θείο είναι παρούσα και επίμονη σε πολλούς αρχαϊκούς λαούς. Ενώ η επίπεδη γη πάντοτε συνδεόταν με το ανθρώπινο και το εγκόσμιο, οι εξάρσεις της αποτελούσαν το πιο πρόσφορο αντικείμενο για αλληγορικές προσεγγίσεις, εσωτερικές πνευματικές αναζητήσεις, υπερβατικές συνειδησιακές καταστάσεις και… μυθοπλασία υπερκόσμιων υπάρξεων. Από το έπος του Γκιλγκαμές και την πρώτη κατακλυσμιαία αναφορά, στους θεούς του Όλυμπου και τα φοβερά Troll, τα βουνά εξυμνούνται σαν μέρη ιδιαίτερης ενέργειας και παράδοξων μορφών ζωής. Θεοτήτων, τεράτων, ηρώων και υπεράνθρωπων. Άλλοτε, αποκτούν τα ίδια θεϊκή υπόσταση, όπως η θεά μητέρα της γης Chomolungma (το θιβετιανό όνομα του όρους Έβερεστ). Στην ανθρώπινη ιστορία η προσέγγιση των βουνών δεν ήταν βέβαια πάντοτε η ίδια. Την εποχή που ο μυστήριος ποιητής Han Shan ή Παγωμένο Βουνό, πρόσφερε μια εξαίρετη παράδοση βουκολικής ποίησης στη Κίνα, στη Μεσαιωνική Ευρώπη και μέχρι τον 17ο αιώνα, η επικρατέστερη άποψη ήθελε τα βουνά σαν το όχι και τόσο ευχάριστο αποτέλεσμα του βιβλικού κατακλυσμού. «Σπυριά στο πρόσωπο της γης», όπως χαρακτηριστικά έγραφε ο T. Burnet στην Ιερή Θεωρία της Γης του. Φωτεινή εξαίρεση ο ουμανιστής Πετράρχης και η προσωπική του εμπειρία ανάβασης στο Mt Vertoux. Ο Νεύτωνας με την οπτιμιστική διάσταση του κόσμου, όπου καθετί λογίζεται σαν μέρος ενός σύμπαντος, θα άλλαζε οριστικά τις απόψεις για τη μορφολογία της επιφάνειας της γης και θα έφερνε την έννοια του μεγαλείου στις περιγραφές για τα βουνά. Αν και η ακριβής ερμηνεία του όρου, αντικείμενο αντιπαραθέσεων στην ιστορία της φιλοσοφίας και λογοτεχνίας, δεν είναι πάντα εύκολη, σαν μεγαλείο, μπορεί να περιγραφεί η ευγενής αίσθηση που προκαλείται από εμπειρίες τόσο δυνατές που είναι αδύνατον να ερμηνευτούν απλά σαν υπέροχες, από τις αισθήσεις. Το δέος που προκαλεί μια απόκρημνη ορθοπλαγιά ή ο τρόμος που μπορεί να κυριεύσει κάποιον από την ένταση μιας ξαφνικής ηλεκτρικής καταιγίδας, αποτελούν μια ικανοποιητική προσέγγιση του μεγαλείου. Σαν έννοια το μεγαλείο των βουνών, πρωτοεμφανίζεται στα γράμματα στην πραμάτεια Περί Ύψους του Διονυσίου Λογγίνου τον πρώτο αιώνα. Όταν τον 17ο αιώνα θα μεταφραστεί το έργο στη Δύση, η έννοια θα αποκτήσει μια αισθητική ποιότητα και μια ιδιαίτερη ερμηνευτική προσέγγιση, κυρίως μέσα από τις εργασίες των E. Burke και E. Kant. Η καντιανή ενόραση ήταν αυτή που τελικά άνοιξε το δρόμο προς τη ρομαντική αίσθηση που προκαλεί το ορεινό περιβάλλον. Στις Παρατηρήσεις πάνω στο Αίσθημα του Ωραίου και του Υπέροχου ο Kant προσεγγίζει το μεγαλείο σαν την απόκριση της λογικής στην ιδέα του απεριόριστου, του άπειρου, του υπερβολικού, του ακραίου.

Τα βουνά θα αρχίσουν να αναγνωρίζονται ως φορείς αυτού του μεγαλείου, πρώτα στα έργα ποιητών όπως ο W. Wordsworth, o G.G. Byron, ο S.T. Coleridge και ο P. B. Shelley. Η γυναίκα μάλιστα του τελευταίου και διάσημη συγγραφέας M. Shelley, θα οραματιστεί το ρομαντικό της τερατούργημα Frankenstein, αντικρίζοντας τους αιώνιους πάγους του όρους Mt Blanc, όπου και διαδραματίζεται η πρώτη σκηνή της ομώνυμης νουβέλας. Με βάση το καντιανό μοντέλο της γνώσης μέσα από την εμπειρία των αισθήσεων, οι ρομαντικοί καλλιτέχνες θα συλλάβουν και θα αναπτύξουν τη νόηση του ανθρώπου ως ένα ισχυρό πνεύμα που πασχίζει να ξεπεράσει τα ύψη που η φαντασία του φτερουγίζει: ψηλά βουνά, αιχμηρές κορυφές. Ένα πνεύμα που συναρπάζεται από την απεραντοσύνη του σύμπαντος και τις δυνάμεις της φύσης. Η δραματική κορύφωση θα επιτευχθεί μέσα από την ασυμβατότητα των αναζητήσεων που επιζητά το πνεύμα με τους περιορισμούς που επιβάλλει το σώμα. Η Ορειβασία, που καθόλου τυχαία εμφανίζεται σαν δραστηριότητα εκείνη ακριβώς την εποχή, θα αποτελέσει, τουλάχιστον στους πιο επιδεκτικούς, έναν τρόπο βίωσης αυτής της ιδέας. Φιλόσοφοι, ποιητές και ρομαντικοί, θα κλονίσουν τη κυρίαρχη δυσπιστία γύρω από τα βουνά σαν άγρια και διαβολικά μέρη, παρακινώντας τον άνθρωπο να τα εξερευνήσει και να γευτεί κάτι από το μεγαλείο που προσφέρουν. Τους ποιητές και πρώτους οραματιστές, ακολούθησαν άλλοι και η φυσική εξέλιξη από τη κοιλάδα στη κόψη και από τη κόψη στην ορθοπλαγιά, άνοιξε το δρόμο στον άνθρωπο-ορειβάτη. Αυτή η εξέλιξη οδήγησε τελικά στη δημιουργία μιας αντίστοιχης λογοτεχνίας, της Ορειβατικής Λογοτεχνίας.

Η ορειβατική λογοτεχνία σαν είδος ανήκει στη γενικότερη ενότητα της ταξιδιωτικής λογοτεχνίας που από τότε που εισέβαλλε δυναμικά στα γράμματα, τον 18ο αιώνα, κατάφερε να έχει μια ιδιαίτερη απήχηση στο κοινό. Μέρος της γοητείας που ασκεί το είδος στον αναγνώστη οφείλεται στο ότι παρουσιάζει μακρινά, απρόσιτα, εξωτικά, μέρη που δεν είναι εύκολο να γνωρίσει ο ίδιος από κοντά και περιγράφει γεγονότα και εμπειρίες που δεν έχει ποτέ βιώσει ή …που δε θα έμπαινε ποτέ στον κόπο να βιώσει. Αν και η τεχνολογική επανάσταση τον 20ο αιώνα διευκόλυνε σημαντικά τα ταξίδια και περιόρισε δραματικά τον εξωτισμό, για τον ορειβάτη συνέχισαν να υπάρχουν δυσπρόσιτα μέρη να επισκεφτεί, την ώρα που το στυλ, ο τρόπος ανάβασης, θα φέρει την εμπειρία στα άκρα, για να συντηρήσει το μύθο του ηρωικού σκαπανέα, του ατρόμητου ταξιδιώτη, φιγούρα που πάντα εξεγείρει την περιέργεια, ακόμη και το θαυμασμό και προσφέρει γόνιμο έδαφος στη λογοτεχνία. Οι ορειβάτες ένιωσαν από την αρχή τη ανάγκη να κοινωνούν τις περιπέτειες τους στο κοινό.

Ακολουθώντας τη παράδοση της ταξιδιωτικής λογοτεχνίας, οι πρώιμοι πιονέροι, μορφωμένοι αστοί στην πλειονότητα τους, επενδύουν μπόλικο χρόνο και προσπάθεια για να καταγράψουν τα ταξίδια τους. Η Χρυσή Εποχή του Αλπινισμού, όπως έχει επικρατήσει να ονομάζεται η εποχή της κατάκτησης των κορυφών των Άλπεων στα μέσα του 19ου αιώνα, για πολλούς έχει σαν αφετηρία την έκδοση του βιβλίου Wanderings Among the High Alps το 1856 από τον Α. Will, ένα χρονικό των αναβάσεων του σε διάφορες κορυφές και τη δημιουργία τον ίδιο χρόνο του British Alpine Club στο Λονδίνο, το οποίο αργότερα θα αρχίσει να εκδίδει το Alpine Journal, το πρώτο ορειβατικό περιοδικό. Καθώς οι απρόσιτες κορυφές θα κατακτώνται η μια πίσω από την άλλη, οι εκδόσεις θα ζωηρεύσουν, προκαλώντας το ενδιαφέρον ενός αυξανόμενου κοινού, δημιουργώντας το εικονικό ακροατήριο σε μια δραστηριότητα όπου εκεί που ασκείται, είναι δύσκολο να έχει θεατές. Δεν είναι πάντα εύκολο να διακρίνει κάποιος ιδιαίτερη λογοτεχνική αξία στις αφηγήσεις αυτών των πρώτων ορειβατών. Το πνεύμα του ρομαντισμού όμως είναι παντού διάχυτο. Η απελευθέρωση από τα δεσμά της βιομηχανοποιημένης αστικής ζωής, η απαράμιλλη γοητεία και έλξη που ασκούν τα βουνά στον άνθρωπο, η δίψα για εξερεύνηση, περιπέτεια και πρωτόγνωρες εμπειρίες, ο σεβασμός στην ορεινή φύση, αλλά και ζητήματα ηθικής και δεοντολογίας γύρω από τη ορειβατική δραστηριότητα και τις προσεγγίσεις της, είναι θέματα που προβάλλονται με μια σταθερή συχνότητα στα γραπτά προσωπικοτήτων όπως ο ακαδημαϊκός Lesley Stephen, πατέρας της Virginia Wolf, που θα εκδώσει το 1871 το The playground of Europe, μια ανθολογία σύντομων χρονικών και δοκιμίων από τις περιπέτειες του στις Άλπεις ή ο αμερικάνος φυσιοδίφης, για πολλούς πατέρας της σύγχρονης οικολογίας, J. Muir που με τα γραπτά του (πρόσφατα συγκεντρώθηκαν στο μνημειώδες Nature Writings, 1999), αλλά και τη γενικότερη δράση του πρωτοστάτησε στη περιβαλλοντική αφύπνιση των συμπατριωτών του. Η τραγική κατάληξη της πρώτης ανάβασης σε μια ιδιαίτερα συμβολική για τους ορειβάτες κορυφή το Matterhorn και η αρνητική δημοσιότητα που θα ακολουθήσει, θα μετριάσουν τον ενθουσιασμό για τη νέα δραστηριότητα. To δυσάρεστο κλίμα μεταφέρει ο πρωταγωνιστής της ανάβασης, E. Whymper στα βιβλία του Scrambles Amongst the Alps και The Ascent of the Matterhorn. Η κατάκτηση των τελευταίων κορυφών των Άλπεων θα σηματοδοτήσει μια τομή στην ορειβατική δράση. Η αναζήτηση της περιπέτειας θα στραφεί πια σε εγχειρήματα ανώτερης κλίμακας. Επικίνδυνες ορθοπλαγιές και οι κορυφές των Ιμαλάϊων θα μονοπωλήσουν το ενδιαφέρον των ορειβατών από τις αρχές του 20ου αιώνα. Την ζέση για νέες εμπειρίες μεταφέρει σχεδόν προβοκατόρικα ο ακαδημαϊκός και πολιτικός sir W.M. Conway στο βιβλίο του Climbing and Exploration in the Karaκoram Himalayas, το 1894. Λίγα χρόνια αργότερα θα ακολουθήσει η πρώτη καταγεγραμμένη ορειβατική αποστολή στα Ιμαλάια, την οποία μάλιστα θα περιγράψει με το χαρακτηριστικό του ύφος το πιο ιδιόμορφο μέλος της, ο διαβόητος A. Crowley, στην αυτοβιογραφία του Confessions. Η επαφή των δυτικών με την ανατολή και την ανάλαφρη, λυρική προσέγγιση της για τα βουνά, θα άρει αρκετή από την επιφυλακτικότητα που θα συνεχίσουν να τρέφουν γι’ αυτά, κρίνοντας τουλάχιστον από τα ονόματα που τα βαφτίζουν (Ogre, Aiger, Devils Thumb, κλπ) και θα προσδώσει στη δράση τους ακρότητα. Οι νέες εμπειρίες, αποτυπώνονται σε χρονικά και βιογραφίες. Η ορειβατική λογοτεχνία εκείνα τα χρόνια εμπλουτίζεται και με μυθιστορήματα. Νουβέλες, θεατρικά και κινηματογραφικά σενάρια, γραμμένα από ορειβάτες και μη, με θέματα που ποικίλλουν από αστυνομικές περιπέτειες και ρομάντζα, μέχρι δράματα και κωμωδίες. Οι κοινωνικές δομές επηρεάζουν τη γραφή. Ζητήματα όπως ο χρόνος και η θνητότητα, η επιτυχία, η αγάπη και το μίσος, η αφοσίωση και η προδοσία, η ψυχολογία του ατόμου και της ομάδας, ο εθνικισμός και άλλα στερεότυπα, εμφανίζονται συχνά σε αυτά τα γραπτά, όπως και ερωτήματα για τη ζωή τις ηθικές αξίες και το θάνατο. Η περίοδος χαρακτηρίζεται ως κλασσική για την ορειβατική λογοτεχνία. Ανάμεσα, στην ογκώδη βιβλιογραφία της εποχής των επικών αναβάσεων, θα ξεχώριζα το The White Spider του H. Harrer, συγγραφέα του best seller Επτά χρόνια στο Θιβέτ, που περιγράφει τη πρώτη ανάβαση της φονικής βόρειας ορθοπλαγιάς του Eiger στην Ελβετία το 1938, το Upon that Mountain του E. Shipton η αυτοβιογραφία ενός πρωτοπόρου εξερευνητή και ορειβάτη, το Nanga Parbat Pilgrimage του Η. Buhl που περιγράφει τη μοναχική ανάβαση του σε μια από τις δυσκολότερες απάτητες κορυφές των Ιμαλαίων το 1953, το Les Conquerants de l’inutile η βιογραφία του σπουδαίου Γάλλου αλπινιστή L. Terray, το χρονικό της πρώτης ανάβασης σε κορυφή 8000 μέτρων, το θρυλικό Annapurna του M. Herzog, ένα βιβλίο που έχει μεταφραστεί σε 25 γλώσσες, το Κ2 The Savage Mountain του C.S. Houston για τη κορυφή-σύμβολο των αλπινιστών, το μυθιστόρημα Premier de Cordee του R. Frison-Roche που θα γίνει και ταινία και το σατιρικό The Ascent of Rum Doodle του W.E. Bowman, παρωδία των χρονικών των αποστολών της εποχής. Γενιές και γενιές ορειβατών γαλουχήθηκαν με βιβλία σαν αυτά. Η έλλειψη εμπειριών από τους μη ορειβάτες συγγραφείς ή αφηγηματικών αρετών από τους ορειβάτες οι οποίοι γενικά, δείχνουν να αποφεύγουν τη δημοσιότητα, πιθανόν για να κρατήσουν το μυθικό τους κόσμο μακριά από το πλήθος, οριοθετούν το τελικό αποτέλεσμα και είναι αλήθεια ότι λίγα έργα τελικά θα καταφέρουν να έχουν απήχηση και στις δυο πλευρές του ακροατηρίου: ορειβάτες και μη.

Η κατάσταση αυτή δεν φαίνεται να αλλάζει και πολύ μέχρι τη δεκαετία των 1980s οπότε πραγματικά αριστουργήματα του είδους θα αρχίσουν να εμφανίζονται από συγγραφείς που φαίνεται να έχουν εμπειρίες και ταλέντο. Η εποχή των επικών κατακτήσεων έχει τελειώσει πια για τα καλά και η μαζικοποίηση, αλλά και η εμπορευματοποίηση της ορειβασίας έχει ήδη ξεκινήσει. Η δραστηριότητα έχει εξαπλωθεί σε όλες τις βαθμίδες της κοινωνικής διαστρωμάτωσης και οι νέες προσεγγίσεις αποτυπώνονται στο χαρτί. Ο ατρόμητος gentleman και αρρενωπός ορειβάτης-κατακτητής, θα δώσει τη θέση του σε νέα πρότυπα. Οι ήρωες πια θα είναι εγωκεντρικοί, μονομανείς με πάθη και αδυναμίες, αρτίστες περιθωριακοί, σχεδόν αλήτες, γυναίκες που ανταγωνίζονται στα ίσια τους άντρες, αλλά και ερασιτέχνες, αναρριχητές του Σαββατοκύριακου. Η αφήγηση θα στραφεί στη περιγραφή αποσπασματικών βιωμάτων και υποκειμενικές εκδοχές γεγονότων. Ο ρόλος του περιβάλλοντος χώρου θα γίνει σημαντικός στη διαμόρφωση και παρουσίαση των χαρακτήρων. Ενώ η δραστηριότητα θα αρχίσει να αντιμετωπίζεται κυρίως σαν προσπάθεια διαφυγής από τον κανονικό κόσμο, σαν διαδικασία διαφωτισμού ή σαν μια μεταφορική διάσταση της επιτυχίας και της προσωπικής επιβεβαίωσης. Η ανάληψη υπολογίσιμου ρίσκου και η ακρότητα των πράξεων των μοντέρνων ορειβατών, θα αλλάξει ακόμη και τη προσέγγιση του θανάτου που πια λογίζεται, σαν μια αποδεκτή πιθανότητα προσωπικών επιλογών. Η συνειδητοποίηση του λειτουργεί καθαρκτικά και κατά το φροϋδικό μοντέλο, προσδίδει ενθουσιασμό και νόημα στη ζωή.

Ένα από τα αριστουργήματα του είδους γράφεται ακριβώς εκείνη την εποχή, το συνταρακτικό Touching the Void του J. Simpson που περιγράφει την απίστευτη περιπέτεια επιβίωσης του στις Περουβιανές Άνδεις. Ικανότατος ορειβάτης και συγγραφέας, θα προσφέρει στο κοινό και άλλα δυο ενδιαφέροντα βιβλία, This game of Ghosts και το The Beckoning Silence. Η θέσπιση λογοτεχνικών βραβείων όπως το Boardman-Tasker για αγγλικά κείμενα το 1983, θα δώσει τεράστια ώθηση στην ορειβατική λογοτεχνία και θα κάνει το είδος γνωστό σε ένα ευρύτερο κοινό. Το μυθιστόρημα Mer de Glass της ποιήτριας Α.Fell, το Totem Pole του αναρριχητή P. Pritchard και το The Wildest Dream των Peter και Leni Gillman, αποτελούν μερικά από τα βραβευμένα που έγιναν παγκόσμια best seller. Στις μέρες μας η ορειβατική λογοτεχνία έχει εξελιχθεί σε μια τεράστια βιομηχανία, με αφοσιωμένο κοινό σε ολόκληρο τον κόσμο και ειδικευμένα φεστιβάλ όπως αυτά του Banff στον Καναδά, Kendal στη Βρετανία και Trento στην Ιταλία να την υποστηρίζουν. Συγγραφείς ορειβάτες όπως ο J. Krakauer (Into thin air, Into the wild) θα αποκτήσουν διεθνή φήμη και υψηλής ποιότητας επετηρίδες, όπως το αμερικάνικο Alpinist, θα αποτελέσουν πραγματικά εργαστήρια των νέων αισθητικών αναζητήσεων. Η ορειβατική λογοτεχνία, θα ξεπεράσει περιορισμούς και αποκλεισμούς, θα γίνει παιδική, γυναικεία και gay, θα γίνει κόμικς, κινηματογράφος και videoart, θα αποκτήσει ειδικούς κριτικούς και έδρες σε Πανεπιστήμια. Θα πάψει επίσης να αποτελεί προνόμιο των δυτικών. Ανάμεσα στις ενδιαφέρουσες εκδόσεις της εποχής ξεχωρίζουν τίτλοι των ιθαγενών των Ιμαλάϊων που πρωταγωνίστησαν πλάι στους δυτικούς στη κατάκτησή των ψηλότερων κορυφών τους, κάτι που δεν είναι πάντοτε κατανοητό, όπως το Touching My Father’s Soul του J. T. Norgay, γιου του Νεπαλέζου που πρώτος ανέβηκε στη κορυφή του Έβερεστ, Tenzing Norgay, παρέα με τον Νεοζηλανδό E. Hillary το 1953. Οι προκλήσεις για το μέλλον ωστόσο συνεχίζονται. Όπως έχει περιγράψει ο κριτικός D. Cook σε μια πρόσφατη διάλεξη του, η ορειβατική λογοτεχνία θα πρέπει να γίνει ακόμη πιο ανοικτή και ανεκτή στη διαφορετικότητα, να συνδεθεί περισσότερο με τη γενικότερη ζωή των ορειβατών (οικογένεια, εργασία, έρωτες, πολιτική, κλπ) και να εκφραστεί με περισσότερο και πιο τολμηρό πειραματισμό στη φόρμα. Αυτό που δύσκολα θα αλλάξει είναι ο τρόπος που θα βλέπουν οι ορειβάτες το βουνό. Η αύρα αγνότητας, το πνεύμα ηρωισμού και ρομαντισμού, η ευγενής αγριάδα και ο φυσικός πρωτογονισμός, που οδηγούν σε πνευματική ανάπτυξη, φυσική και ψυχολογική ανάταξη απέναντι στην ένταση του σύγχρονου πολιτισμού, θα συνεχίσουν να ανακυκλώνονται σαν ιδέες στα γραπτά τους.

10 τίτλοι για τη βιβλιοθήκη σας
Εκτός από τα βιβλία που έχουν αναφερθεί στο κείμενο, θα ήθελα να προτείνω και μερικά επιπλέον αριστουργήματα που νομίζω ότι δεν θα έπρεπε να λείπουν από την βιβλιοθήκη οποιουδήποτε συνεπή ορειβάτη-αναγνώστη.

Games Climbers Play, ed. Ken Wilson
Savage Arena, Joe Tasker
Kiss or Kill, Mark Twight
Beyond the Mountain, Steve House
Mixed Emotions, Greg Child
Solo Faces, James Salter
Mountains of My Life, Walter Bonatti
Feeding The Rat, Al Alvarez
Tales from the Steep, John Long
Flammes de Pierre, Anne Sauvy

Βιβλία που κυκλοφορούν στα ελληνικά
Αρκετοί τίτλοι έχουν μεταφραστεί τα τελευταία χρόνια στα ελληνικά και αξίζει κανείς να ψάξει στις προθήκες των βιβλιοπωλείων για τα εξής:

Αγγίζοντας τη ψυχή του πατέρα μου, J. T. Norgay
Η ζωή μου στο όριο, R. Messner
Ορειβασία, Ιστορία και Ιστορίες, Γ. Μαρτζούκος,
Χωρίς Οξυγόνο, J. Krakauer,
Η ανάβαση στο Ραμ Ντουντλ, W.E. Bowman
Τα φαντάσματα του Έβερεστ, Γιόχεν Χέμλεμπ

ΑΝΤΙ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟΥ

Στις 6.00 τα χαράματα της 16ης Μαΐου 2004 ο τότε 35χρονος Γιώργος Βουτυρόπουλος έγινε ο πρώτος Ελληνας που πάτησε στη «Στέγη του Κόσμου». Τον ακολούθησαν άλλοι οκτώ. «Οχι, δεν θα επιχειρούσα να το ανέβω ξανά» λέει σήμερα μιλώντας στο «Βήμα». Και εξηγεί: «Το Εβερεστ είναι κάτι πολύ σημαντικό ασφαλώς, είναι το απόλυτο ρεκόρ, αλλά η ορειβατική ιδέα και η ίδια η έννοια της εξερεύνησης είναι πολύ πιο κοντά σε άλλες κορυφές. Ο στόχος μου τώρα είναι να ανέβω σε άλλες κορυφές, πολύ πιο απαιτητικές».
Ο έμπειρος ορειβάτης κάρφωσε την ελληνική σημαία, εκπροσωπώντας τη 12μελή Εθνική Ορειβατική Αποστολή «Ηellas- Εverest 2004» η οποία οργανώθηκε υπό την αιγίδα της Ελληνικής Ομοσπονδίας Ορειβασίας – Αναρρίχησης (ΕΟΟΑ).

Πηγή
poiein.gr

Μοιραστείτε το
Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on Google+Email this to someone

Προτεινόμενα άρθρα