«Τα Ψηλά Βουνά», ένα βιβλίο θησαυρός

Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου και η πρώτη έκδοση του 1918 των «Ψηλών Βουνών»

«Εις τα «Ψηλά Βουνά» έχομεν μίαν δημοκρατίαν χωρίς ελέω Θεού βασιλείς, χωρίς ελέω πουγγιού δυνάστας, τραπεζίτας, τοκογλύφους, χρηματιστάς. Το κοινό συμφέρον ο στυλοβάτης. […] Τα «Ψηλά Βουνά» αποτελούν την μεγάλην εκπαιδευτικήν μας επανάστασιν. Δεν είναι μόνο παιδαγωγικόν βιβλίον αλλά και λογογραφικόν αριστούργημα».
Βλάσης Γαβριηλίδης (1848-1920), ο «πατέρας» της δημοσιογραφίας της σύγχρονης Ελλάδας

Τα «Ψηλά Βουνά» κυκλοφόρησαν το 1918 και αποτελούσαν το πρώτο σχολικό αναγνωστικό στη δημοτική γλώσσα. Η απλή αφήγηση και η ζωντανή γλώσσα του Ζαχαρία Παπαντωνίου καθιστούν το βιβλίο αυτό ένα από τα πιο πολυδιαβασμένα και αξεπέραστα έργα της ελληνικής λογοτεχνίας. Το βιβλίο γράφτηκε σε συνεργασία με τους Δ. Ανδρεάδη, Α. Δελμούζο, Π. Νιρβάνα και Μ. Τριανταφυλλίδη με εικονογράφηση του Π. Ρούμπου. Προορίστηκε για αναγνωστικό της τρίτης τάξης του δημοτικού σχολείου.

«Τα Ψηλά Βουνά», παρά τον πρωτοποριακό τους χαρακτήρα, προκάλεσαν λυσσαλέες αντιδράσεις και κάηκαν δημοσίως από τις κυβερνήσεις μετά το 1920. «Να εκβληθώσι πάραυτα εκ των σχολείων και καώσι […] ως έργα ψεύδους και κακόβουλου προθέσεως» πρότειναν το 1921 στην «Έκθεσιν» τους οι έξι παιδαγωγοί και φιλόλογοι της Επιτροπείας του Υπουργείου Παιδείας ότι έπρεπε να γίνει με «Τα Ψηλά Βουνά» του Ζαχαρία Παπαντωνίου και τα υπόλοιπα αναγνωστικά της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1917-1918 που προώθησε η επαναστατική κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου.

Πράγματι, ήταν εξόχως «επαναστατική» για την εποχή, η ιστορία μιας ομάδας 26 παιδιών που αποφασίζουν να κάνουν μόνα τους διακοπές για περίπου δύο μήνες στα βουνά της Ευρυτανίας. Εκεί, μέσα στις ομορφιές της φύσης, φτιάχνουν μια κοινότητα που εξυμνεί το ομαδικό πνεύμα, την αλληλεγγύη και τον αλληλοσεβασμό, μαθαίνουν να ξεπερνούν στις δυσκολίες της ζωής μέσω της συνεργασίας και της εκτίμησης απέναντι στον άλλο, πάντα με χιούμορ και χωρίς στενόμυαλες διδαχές.

Ας περιδιαβούμε για λίγο το βιβλίο, για να νιώσουμε τη δύναμη του αφηγηματικού λόγου, την ομορφιά της μητροδίδακτης δημοτικής γλώσσας, και τις παιδαγωγικές αρετές του Καρπενησιώτη συγγραφέα μας.

Μια παρέα παιδιών μόλις θα τελειώσουν το δημοτικό σχολείο θα ξεκινήσουν για «διακοπές» στα Ψηλά Βουνά. Μόνο που η εξόρμησή τους δεν είναι απλώς διακοπές, είναι άσκηση ζωής, είναι αναβαθμός για να κατανοήσουν τη φύση και την οργάνωση μιας μικροκοινωνίας, είναι πεδίο για να γνωρίσουν τον εαυτό τους και τις δυνατότητές τους, για να κοινωνικοποιηθούν.

Μαθαίνουν τη δύσκολη και όμορφη ζωή των βοσκών, την τραχύτητα αλλά και την ομορφιά και την … αιωνιότητα των βουνών, τις λαϊκές παραδόσεις αλλά και τις προκαταλήψεις των απλών ανθρώπων, τις τεχνικές και τις επινοήσεις των άγριων ζώων.

Δημιουργούν μια κοινότητα, με καταμερισμό εργασίας, με ρόλους και αρμοδιότητες στον καθένα. Καλλιεργούν την ομαδικότητα και εξυμνούν την συνεργασία. Μαθαίνουν να λύνουν προβλήματα και να αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες της ζωής.

«Με τα «Ψηλά Βουνά» εισέρχεται εις το δημοτικόν σχολείον η Ελλάς […] με τον κόσμο των πλασμάτων της και με τον κόσμο των πνευμάτων της. Πόση ζωή, πόση ποίησις, πόση χάρη κατοικεί εκεί μέσα! Δεν ηξεύρω τι περισσότερον και τι ωραιότερον θα ημπορούσε να επιθυμούσε κανείς ως αναγνωστικόν βιβλίον».
Παύλος Νιρβάνας (1866-1937), λογοτέχνης

Ας ακούσουμε το «Το τραγούδι του μπάρμπα – Φώτη», το τραγούδι – παράπονό του, το παράπονο του καθενός μας. Γιατί να μην έχει άνοιξη και επιστροφή στη νιότη ο άνθρωπος, όπως γίνεται σε όλη την υπόλοιπη φύση;

«Καλότυχα είναι τα βουνά, ποτές τους δεν γερνάνε!
το καλοκαίρι πράσινα και το χειμώνα χιόνι…
και καρτερούν την άνοιξη, τ’ όμορφο καλοκαίρι,
να μπουμπουκιάσουν τα κλαριά, ν’ ανοίξουνε τα δέντρα,
να βγουν οι στάνες στα βουνά, να βγουν οι βλαχοπούλες,
να βγουν και τα βλαχόπουλα, λαλώντας τις φλογέρες».

Τα παιδιά θα συνεχίσουν το ταξίδι τους, που δεν είναι μόνο ταξίδι στη φύση, είναι ταξίδι στον εαυτό τους, στον κόσμο της φαντασίας τους και της δημιουργίας τους. «Τα παιδιά κοιτάζουν το νερό της Ρούμελης» και ο κυρ – Στέφανος θα τους δώσει το απόσταγμα της εμπειρίας τους για το μικρό ποτάμι που δεν έχει ακόμα μεγαλώσει. «Μα εδώ είναι ρέμα, δεν είναι ακόμα ποτάμι. Πρέπει να κάμει μεγάλο ταξίδι για να γίνει το ποτάμι της Ρούμελης. Έχει ν’ απαντήσει πολλά νερά, να στρογγυλέψει πολλές πέτρες και να γυρίσει πολλούς μύλους ακόμα…. Εδώ πάνω η Ρούμελη είναι ανήσυχη. Πηδούν τα νερά της σαν τρελά παιδιά· μόνο στον κάμπο φρονιμεύουν. Και όσο πάνε κατά τη θάλασσα, γίνονται ήσυχα και συλλογισμένα».

Αλλά το βουνό δεν είναι μόνο χαρά και θαυμασμός, είναι άγνωστος τόπος, έχει πολλά μυστικά, τα παιδιά διαρκώς θα ξαφνιάζονται. «Μα ύστερα από πέντε λεπτά της ώρας το μονοπάτι χάθηκε, όπως γίνεται συχνά στο δάσος. Έμοιαζε με τον άλλον τόπο». Πρέπει να είναι σε διαρκή ετοιμότητα, σε συνεχή εγρήγορση και για να μάθουν και για να απολαύσουν…

Εδώ τα πράγματα είναι διαφορετικά. Οι άνθρωποι του βουνού δεν είναι οι συνηθισμένοι. Εδώ όλη η φύση, όλα τα δημιουργήματά της συνεργάζονται με τους ανθρώπους. Η βλαχοπούλα μιλάει στα παιδιά, τους εξηγεί την βαθιά ενότητα ανθρώπου και φύσης. «Έχω συγγένεια», είπε, «με κάθε δεντρί… Εδώ γίναμε ένα κλαριά και βλάχοι, τόσον καιρό μαζί. Μαζί μεγαλώνουμε, μαζί βρεχόμαστε και χιονιζόμαστε, μαζί παίρνομε τον ήλιο. Έχουν και κείνα χάδι και χαϊδεύουν, φωνή και λαλούνε· δεν ακούς άμα τα φυσάει ο αέρας!».

Αλλά είναι ώρα για δράση, οι κοινοτικές δουλειές έρχονται στο προσκήνιο, πρέπει να μετασχηματίσουν τη φύση, χωρίς να την φέρουν αντιμέτωπη με τον άνθρωπο. «Εμείς είμαστε η τελευταία τάξη του δημοτικού, μα τώρα που ήρθαμε στο δάσος και ζούμε μαζί στο ίδιο μέρος, κοινότητα τη λέμε τη συντροφιά μας. Όλα τα ‘χομε μαζί». Θα φτιάξουν δρόμους, γιατί «με το δρόμο ένα βουνό ανταμώνει με το άλλο βουνό, μια πολιτεία δίνει το χέρι στην άλλη».

Ο γέρο – Θανάσης είναι ένα κεντρικό πρόσωπο του έργου, είναι ο άνθρωπος που αγωνίζεται σ’ όλη του τη ζωή, είναι ένας μαχητής που αγαπά τη φύση και τη δουλειά. «Είναι ογδόντα χρονών, μα τη γκλίτσα δεν την πάτησε χάμω. Πόσες φορές είδε ν’ ανθίζει ο γάβρος και η οξιά! Πόσοι χειμώνες έριξαν απάνω του τη βροχή και το χαλάζι! Και πάλι ολόισος είναι».

Τα παιδιά θα συναντήσουν και ανθρώπους που δεν τηρούν τον νόμο, που δεν ξέρουν το πραγματικό τους συμφέρον, που θα κόβουν τα δέντρα χωρίς να έχουν άδεια από τους δασοφύλακες.

Τα πληγωμένα πεύκα είναι μια εικόνα που αμαυρώνει τη ζωή στα «Ψηλά Βουνά». Παρόλα αυτά δεν το βάζουν κάτω. «Με το κομμάτι κορμό που τους έμεινε πίνουν από τη γη όσο χυμό μπορούν ακόμη· πρασινίζουν, έχουν ίσκιο. Έτσι σακατεμένα μπορούν να δροσίζουν τους ανθρώπους. Το φυσικό τους είναι να κάνουν το καλό, δεν αλλάζει. Δέντρα, περήφανα δέντρα!».

Τα παιδιά θα έχουν και ατύχημα. Ο Φάνης θα χαθεί μόνος του μέσα στο δάσος. Ο φόβος θα σκεπάσει τα πρόσωπα όλων. Τώρα που ο Φάνης είναι μόνος του βλέπει τα πράγματα διαφορετικά, οι σκιές της νύχτας τον τρομοκρατούν.

«Όλα τ’ άστρα είναι και τώρα στον ουρανό, καθώς και την άλλη φορά. Απόψε όμως δεν τα βλέπει ο Φάνης. Όταν άνοιξε τα μάτια του ξέχασε όλη τη δυστυχία. Είδε την ημέρα. Είδε τα δέντρα χρυσά από τον ήλιο. Όλοι τον κοίταζαν σα φίλοι. Πουλιά του μιλούσαν· το νερό δε φώναζε άγρια όπως τη νύχτα· τραγουδούσε».

Και όταν ο Φάνης ξαναγίνει ένα με την άλλη παρέα, θα έχει καταλάβει ότι οι γνώσεις πρέπει να μας συνδέουν με τη ζωή, ότι ο αραπόβραχος που τόσο πολύ φοβίζει με το σχήμα του δεν είναι κάτι τρομακτικό, δεν είναι σκιά της προκατάληψης αλλά δημιούργημα της φύσης και μόνο.

Και η θύελλα δεν είναι κάτι ασυνήθιστο εδώ πάνω. Τα δέντρα ξέρουν τι να κάνουν. Δεν θα φοβηθούν ούτε θα τρέξουν για να πάνε πουθενά, για να προφυλαχτούν. «Τα δέντρα ανατρίχιασαν, έσκυψαν και κάτι είπαν το ένα με το άλλο». Τα παιδιά όμως θα δουν ένα άγριο σκηνικό, θα βιώσουν μια μοναδική εμπειρία, θα ανησυχήσουν. «Άστραψε. Πέντε χρυσές οχιές στριφογύρισαν με την ουρά στη γη και την κεφαλή στον ουρανό. Ο αέρας κρύωσε έξαφνα. Μεγάλο βουητό ακούστηκε. Ώσπου να τρέξουν μέσα στο σπίτι, η θύελλα έφτασε κι ήθελε να μπει».

Κάποια στιγμή έρχεται και ο γυρισμός. Τα παιδιά είναι πλούσια από εμπειρίες, έμαθαν από τη φύση, από τους ανθρώπους. Είδαν και ανέπτυξαν τις δικές τους δυνατότητες, συνεργάστηκαν και διαπίστωσαν τη δύναμή τους να πολλαπλασιάζεται, κατανόησαν πόσο ανάγκη έχει ο κάθε άνθρωπος τον άλλο άνθρωπο. «Είδαν τη μεγάλη πλάση, που εκείνοι δεν την ήξεραν, και μέσα σ’ αυτή έζησαν μονάχοι τους μέρες και νύχτες. Είδαν το βουνό, βράχηκαν στα ποτάμια που βροντούν, πάτησαν τους στοιχειωμένους βράχους κι έμαθαν να κινδυνεύουν ο ένας για τον άλλον».

Το βιβλίο επέστρεψε στα σχολεία με τη νέα εκπαιδευτική μεταρρύθμιση της κυβέρνησης Βενιζέλου το 1929 και το 1933. Το 1974 «Τα Ψηλά Βουνά» ξανατυπώθηκαν για τα δημοτικά σχολεία της Μεταπολίτευσης για ένα σύντομο διάστημα έως ότου αντικαταστήθηκαν από το βιβλίο της Αγγελικής Βαρελλά.

Τα “Ψηλά Βουνά” του Ζαχαρία Παπαντωνίου βρίσκονται μακριά από κάθε ψευτιά· η μόνη τους πρόθεση είναι να φέρουν στις αίθουσες διδασκαλίας και στις ψυχές των εννιάχρονων αναγνωστών τους το θρόισμα των πεύκων και των ελατιών, το τραγούδι του νερού και τη χαρά μιας αλλιώτικης ζωής. Και όλα αυτά με μια γραφή απόλυτα θελκτική και απροσποίητη, δίχως ίχνος ακαμψίας και διδακτισμού που δεν καταπίνεται.
Ν. (Νίκος) Δ. Τριανταφυλλόπουλος, λογοτέχνης

Πηγές
filologikos-istotopos.gr
liberal.gr

Μοιραστείτε το
Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on Google+Email this to someone

Μπορεί επίσης να σας αρέσει...