Πεζοπορώντας στα ψηλώματα του Βέρμιου
Καθώς πάτησα το πόδι μου στο νοτισμένο χώμα του βουνού, βγαίνοντας από το αυτοκίνητο, ένιωσα τη γη να πάλλεται από κάτω, όπως πάλλεται μια καρδιά ανυπόμονη που λαχταρά να ξεκινήσει ένα ακόμη ταξίδι περιπλάνησης στους ορεινούς όγκους της πατρίδας μας. Είναι ο παλμός της καρδιάς μου. Έτσι χτυπά κάθε φορά που έρχομαι για πρώτη φορά σ’ επαφή μ’ ένα άγνωστο βουνό. Και κάθε φορά, νιώθω μέσα μου τον ίδιο παλμό. Σα ν’ αγωνίζεται η καρδιά μου να διασχίσει ένα απάτητο μονοπάτι προς το φως, αφήνοντας πίσω της την σκοτεινιά της μίζερης μικροαστικής ζωής. Είναι κι εκείνη η μυρωδιά, η φθινοπωρινή. Εκείνη η μυρωδιά που δεν χορταίνεις να ρουφάς, μέχρι να πλημμυρίσει με την ευωδιά της κάθε σπιθαμή του κορμιού σου. Ανόητες φλυαρίες θα πεις. Αλλά, έτσι είναι το φθινόπωρο. Τέτοια επίδραση έχει στην ψυχοσύνθεσή μου. Γεννά μέσα μου τον ποιητή (Φανφάρα;). Μη βιάζεσαι να με κρίνεις αυστηρά, αγαπητέ αναγνώστη. Δεν ξέρω πώς θ’ αντιδρούσες εσύ, αν βρισκόσουν ένα ηλιόλουστο φθινοπωρινό πρωινό περιτριγυρισμέ...