Posts

Η σιωπηλή ομορφιά των βουνών

Image
Τα βουνά στέκουν αμίλητα και σιωπηλά, προσφέροντας όλα τα πολύτιμα δώρα τους σ’ εκείνους που είναι έτοιμοι να τα δεχθούν. Η ομορφιά των βουνών είναι σιωπηλή. Δεν αποζητά το θαυμασμό των αγνώστων, δεν επιδιώκει να τραβήξει το ενδιαφέρον των ανθρώπων. Η ομορφιά των βουνών είναι σιωπηλή. Δεν θέλει να επιδεικνύεται μέσα από στημένες selfies, δεν προσπαθεί να δημιουργήσει αυταπάτες για να πείσει τους άλλους πως υπάρχει. Η ομορφιά των βουνών μένει σιωπηλή. Δεν έχει το άγχος της επιβεβαίωσης από κανέναν, ούτε την αλαζονεία της επίδειξης. Είναι εκεί έξω, αφανής, περιμένοντας εκείνους τους ανθρώπους που θα μπορέσουν να την βιώσουν αυθεντικά σε όλο της το μεγαλείο.

Ημιχειμερινή ανάβαση στο Βίσογκραντ του Πίνοβου

Image
Μια χειμερινή ανάβαση στην κορυφή Βίσογκραντ του Πίνοβου στην καρδιά της άνοιξης, με αφετηρία το Αετοχώρι του νομού Πέλλας. Ξημέρωσε στο Αετοχώρι με ουρανό γκρίζο και τον αέρα να μυρίζει υγρασία και χώμα. Το Αετοχώρι Πέλλας Το χωριό αναστέναζε νωχελικά και οι δρόμοι ήταν έρημοι όταν ο Γιωρίκας και ο Κωστίκας φόρτωσαν τα σακίδια τους και πήραν τον ανηφορικό δρόμο. Η άνοιξη μόλις είχε ριζώσει χαμηλά στον κάμπο της Αλμωπίας και οι δύο φίλοι ξεκίνησαν με την αίσθηση μιας μέρας που θα τους χάριζε μια αέρινη ανάβαση στην επιβλητική κορυφή του Βίσογκραντ, εκεί που το Πίνοβο ακουμπάει τον ουρανό. Αφετηρία της ανάβασης από το Αετοχώρι Πέλλας Τα σακίδια τους ελαφρά, ο εξοπλισμός λιτός — αρκετός, πίστευαν, για μια ανοιξιάτικη εξόρμηση. Ούτε ο ένας ούτε ο άλλος μπορούσαν να φανταστούν πως λίγες ώρες αργότερα θα βρεθούν μπροστά σε ένα τοπίο καθαρά χειμωνιάτικο, σκληρό και απαιτητικό. Δύο σκυλιά του χωριού, λευκά σαν χιόνι, πετάχτηκαν από το πουθενά. Στην αρχή τα κοίταξαν με απορία, μα γρήγορα κατάλ...

Ανεβαίνω

Image
Ο άνεμος με χτυπά σαν ερώτηση. Γιατί; Δεν ανεβαίνω για τη θέα. Ανεβαίνω για τη μάχη. Να μετρηθώ με τον φόβο μου. Να δαμάσω το θηρίο που φωλιάζει στα σωθικά μου. Το χιόνι με μαστιγώνει. Ο πάγος σκληρός σαν μοίρα. Τα δάχτυλα μουδιάζουν, μα η καρδιά πυρώνει. Το βουνό δεν υπόσχεται τίποτα. Στέκει βουβό και απαιτεί. Και τότε, λίγο πριν την κορφή, νιώθω το μεγάλο ρήγμα: ο άνθρωπος δεν είναι φτιαγμένος για άνεση· είναι φτιαγμένος για ανήφορο. Και στη κορφή, καμιά κραυγή θριάμβου. Μονάχα ταπεινότητα. Δεν κατέκτησα την πέτρα. Κατέκτησα τις αδυναμίες μου. Γιατί όποιος ανέβηκε αληθινά, έμαθε πως κι η πιο ψηλή κορφή δεν είναι εκεί πάνω, είναι μέσα του.

Πεζοπορώντας στα ψηλώματα του Βέρμιου

Image
  Καθώς πάτησα το πόδι μου στο νοτισμένο χώμα του βουνού, βγαίνοντας από το αυτοκίνητο, ένιωσα τη γη να πάλλεται από κάτω, όπως πάλλεται μια καρδιά ανυπόμονη που λαχταρά να ξεκινήσει ένα ακόμη ταξίδι περιπλάνησης στους ορεινούς όγκους της πατρίδας μας. Είναι ο παλμός της καρδιάς μου. Έτσι χτυπά κάθε φορά που έρχομαι για πρώτη φορά σ’ επαφή μ’ ένα άγνωστο βουνό. Και κάθε φορά, νιώθω μέσα μου τον ίδιο παλμό. Σα ν’ αγωνίζεται η καρδιά μου να διασχίσει ένα απάτητο μονοπάτι προς το φως, αφήνοντας πίσω της την σκοτεινιά της μίζερης μικροαστικής ζωής. Είναι κι εκείνη η μυρωδιά, η φθινοπωρινή. Εκείνη η μυρωδιά που δεν χορταίνεις να ρουφάς, μέχρι να πλημμυρίσει με την ευωδιά της κάθε σπιθαμή του κορμιού σου. Ανόητες φλυαρίες θα πεις. Αλλά, έτσι είναι το φθινόπωρο. Τέτοια επίδραση έχει στην ψυχοσύνθεσή μου. Γεννά μέσα μου τον ποιητή (Φανφάρα;). Μη βιάζεσαι να με κρίνεις αυστηρά, αγαπητέ αναγνώστη. Δεν ξέρω πώς θ’ αντιδρούσες εσύ, αν βρισκόσουν ένα ηλιόλουστο φθινοπωρινό πρωινό περιτριγυρισμέ...