Χειμερινές περιπέτειες στη Ντουρντουβάνα

Βράδυ φθινοπώρου. Χαζεύω στον υπολογιστή φωτογραφίες από χειμερινές εξορμήσεις. Κλείνω τα μάτια κι ονειρεύομαι. Ταξιδεύω. Σκέφτομαι μέσα μου πόσο με χαλαρώνει αυτή η διαδικασία. Λειτουργεί σαν καταπραϋντικό απέναντι στο άγχος και στην πίεση της καθημερινότητας.

Τι όμορφα συναίσθηματα νιώθεις και τι ξεχωριστές σκέψεις κάνεις, όταν μέσα απ’ αυτές τις εικόνες ξαναζείς εκείνες τις δύσκολες στιγμές.

Είναι εκείνες οι στιγμές που καλείσαι να κάνεις την προσωπική σου υπέρβαση και να δώσεις λύσεις σ’ όλα τα προβλήματα που σου βάζει ένα βουνό που κείνη τη μέρα δεν είναι πρόθυμο να σε δεχθεί στην αγκαλιά του.

Πράγματι, εκείνη την ηλιόλουστη προπαραμονή Πρωτοχρονιάς, η «ατίθαση» Ντουρντουβάνα δεν ήταν ιδιαίτερα φιλική μαζί μας, τουλάχιστον από ένα σημείο και μετά. Προκειμένου, λοιπόν, να την τιθασεύσουμε, υποχρεωθήκαμε να υπερβάλλουμε εαυτόν, παραβιάζοντας συγχρόνως και μερικά «πρωτόκολλα» του χειμερινού βουνού.

Η αναζήτηση, η επιθυμία να ταξιδέψει το μυαλό  μ’ έφερε στην περιοχή του Φενεού. Απόκοσμη και συνάμα μαγευτική η εικόνα της χιονισμένης λίμνης Δόξα. Το διαμάντι της ορεινής Κορινθίας μας υποδέχθηκε ντυμένο στα λευκά απογειώνοντας τις αισθήσεις.

Οι γύρω ορεινοί όγκοι, καλυμμένοι κι αυτοί με το λευκό πέπλο του χιονιού, συνθέτουν ένα ειδυλλιακό σκηνικό, ενσαρκώνοντας όλες τις ενδόμυχες ορειβατικές ονειρώξεις.

Το χιονισμένο οροπέδιο του Φενεού με φόντο τον ορεινό όγκο της Ντουρντουβάνας

Η λίμνη Δόξα και στο βάθος η Κυλλήνη ή Ζήρεια

Το βλέμμα κι ο νους καρφώνονται στη Ντουρντουβάνα. Ο επιβλητικό της όγκος λαμπυρίζει καθώς οι ακτίνες του μελαγχολικού χειμωνιάτικου ήλιου αντανακλούν τις χιονοσκέπαστες πλαγιές της.

Ντουρντουβάνα αριστερά και Νησί δεξιά (μέσα στο σύννεφο) κι ανάμεσά τους το διάσελο του Κυνηγού

Στα ψηλά, όμως, τα πράγματα δε φαίνονται να είναι ιδανικά. Το βουνό είναι κλειστό από τα 1.700 μέτρα και πάνω, ενώ το σύννεφο κινείται με μεγάλη ταχύτητα, το πρώτο προμήνυμα των ισχυρών ανέμων που θα μας υποδεχθούν όταν βγούμε στην κορυφογραμμή.

Το ηθικό, παρόλα αυτά, παραμένει ακμαίο και γεμάτοι ενθουσιασμό ξεκινάμε την ανάβαση με αρκετή καθυστέρηση (μέγα σφάλμα για χειμερινό βουνό) ακολουθώντας το νέο μονοπάτι (με την κίτρινη σήμανση) που παρακάμπτει τον βαρετό χωματόδρομο και ανηφορίζει μέσα από όμορφο ελατοδάσος μέχρι την χαρακτηριστική στάνη στα 1.200 μέτρα υψόμετρο περίπου.

Λίγο πιο κάτω φτάνουμε σε τσιμεντένιο τοιχίο με δεξαμενή, ενώ σε κάποιο σημείο υπάρχει και μια μικρή εκροή νερού αμφιβόλου ποιότητας (δεν το έχω δοκιμάσει ποτέ).

Η Ντουρντουβάνα από την χαρακτηριστική στάνη στα 1.200 μέτρα υψόμετρο

Από εκεί που τελειώνει το τοιχίο (στην αριστερή του πλευρά) φεύγει το μονοπάτι που θα μας οδηγήσει στο διάσελο του Κυνηγού. Η σήμανση είναι καλύτερη σε σχέση με το παρελθόν. Φαντάζομαι ότι ο ΕΟΣ Κορίνθου έκανε τις απαραίτητες παρεμβάσεις με αφορμή την Πανελλήνια Ορειβατική Συνάντηση που έλαβε χώρα στη Ντουρντουβάνα το καλοκαίρι του 2016.

Τα πράγματα αρχίζουν να σοβαρεύουν

Ο καιρός εξακολουθεί να είναι σύμμαχος, όμως το χιόνι, που μέχρι τότε δεν μας είχε προβληματίσει ιδιαίτερα, άρχισε να βαθαίνει επικίνδυνα.

Όσο ανηφορίζουμε τη δασωμένη πλαγιά, με κατεύθυνση κατά βάση ΝΔ, η κατάσταση από πλευράς χιονιού χειροτερεύει. Μόνη παρηγοριά, η μαγευτική θέα της λίμνης Δόξα από ένα βραχώδες σημείο του μονοπατιού, ένα μικρό μπαλκόνι με τεράστια θέα. Ένα αλπικό τοπίο που δεν έχει σε τίποτα να ζηλέψει από τ’ αντίστοιχα τοπία της κεντρικής Ευρώπης.

Δεν περιγράφω άλλο…

Μετά τα 1.400 μέτρα υψόμετρο, η κατάσταση γίνεται απελπιστική. Το χιόνι είναι πολύ (πάνω από μισό μέτρο) και μαλακό. Κάθε βήμα και μία κατάθεση ψυχής.

Λίγο πριν βγούμε στο διάσελο του Κυνηγού

Με ηρωικές προσπάθειες καταφέραμε να βγούμε στο διάσελο του Κυνηγού μετά από 2,5 ώρες. Το διάσελο του Κυνηγού είναι το φυσικό σύνορο μεταξύ των νότιων απολήξεων του ορεινού όγκου του Χελμού και της Ντουρντουβάνας.

Από εδώ διέρχεται κι ο δασικός δρόμος που ενώνει τα χωριά της Κορινθίας που γειτνιάζουν με τη λίμνη Δόξα (Αρχαία Φενεός, Πανόραμα κ.λπ.) με τα χωριά της Αχαΐας που είναι χτισμένα στους νότιους πρόποδες του Χελμού (Ελατόφυτο, Πλανητέρο κ.λπ.).

Η ασυνήθιστη (για διάσελο) άπνοια που επικρατούσε, μας έδωσε τη δυνατότητα ανασύνταξης δυνάμεων και σχεδιασμού των επόμενων κινήσεων, διότι ήμασταν ήδη εκτός χρονικών ορίων.

Μελετώντας τις επόμενες κινήσεις στο διάσελο του Κυνηγού με την κορυφή της Ντουρντουβάνας πάνω απ’ τα κεφάλια μας να μας περιμένει καρτερικά με «άγριες διαθέσεις»

Όπως προανέφερα, είναι προπαραμονή Πρωτοχρονιάς. Η ώρα έχει πάει 13:30 και βρισκόμαστε ακόμη στα μισά της ανάβασης. Με γνώμονα ότι μέχρι τις 18:00 (η ώρα όπου πέφτει το βαθύ σκοτάδι) θα έπρεπε να έχουμε επιστρέψει στη λίμνη, αποφασίζουμε να συνεχίσουμε την ανάβαση. Με μία προϋπόθεση και συμφωνία. Όπου κι αν βρισκόμαστε το αργότερο μέχρι τις 15:15 θα οπισθοχωρήσουμε.

Παλεύοντας με τα… κύματα του χιονιού

Η εικόνα του βουνού στα ψηλά δε μας γέμιζε με αισιοδοξία, αλλά πιστεύαμε ότι πιο πάνω το χιόνι τουλάχιστον θα ήταν πιο σκληρό και δε θα μας ταλαιπωρούσε τόσο. Το αποτέλεσμα;

Λευκή μαγεία

Όσο πιο πάνω ανεβαίναμε τόσο περισσότερο χιόνι είχε στοιβαχθεί στις βόρειες πλαγιές του βουνού και σκληρό όσο και το τυρί φιλαδέλφεια.

Κι αν δεν σας φτάνουν όλα αυτά, σταδιακά μπαίναμε όλο και πιο βαθιά στο σύννεφο, με συνέπεια τη δραματική μείωση της ορατότητας, ενώ κι ο αέρας άρχισε να γίνεται ολοένα και πιο «ενοχλητικός».

Η κούραση από το ανελέητο και συνεχές άνοιγμα βημάτων στο βαθύ και μαλακό χιόνι άρχισε να συσσωρεύεται στα πόδια, όμως η καρδιά άντεχε, σα να σου ‘λεγε «άντε λίγο ακόμα».

Όμως, ο χρόνος είναι αδυσώπητος. Το ρολόι δείχνει 15:15. Είναι η ώρα μηδέν, που είχαμε συφωνήσει ότι όπου κι αν μας βρει -ακόμη και λίγα μέτρα κάτω από την κορυφή- για λόγους ασφαλείας θα πρέπει να οπισθοχωρήσουμε. Βρισκόμαστε κοντά στα 1.800 μέτρα, σκάρτα 300 μέτρα υψομετρικής ακόμα για την κορυφή και η δεύτερη παραβίαση του «πρωτοκόλλου» του χειμερινού βουνού είναι γεγονός.

Είναι αυτή η «καταραμένη» στιγμή που αισθάνεσαι ένα αίσθημα αδικίας να σε πνίγει και συνάμα να σε πεισμώνει. Είναι η στιγμή που νιώθεις ότι τα βήματά σου καθόλου τυχαία έφτασαν ως εκεί που εκπληρώνονται τα αχ της καρδιάς σου. Είναι η στιγμή που η καρδιά πάει κόντρα στο νου και δίνει το σύνθημα να συνεχίσεις. Να παλέψεις και να τιθασεύσεις ένα βουνό που δεν είναι πρόθυμο να σε δεχθεί σήμερα στην αγκαλιά του.

Πήραμε, λοιπόν, το μεγάλο ρίσκο και συνεχίσαμε την επίπονη ανάβαση. Κι ήταν, πράγματι, μεγάλο το ρίσκο γιατί πλέον το παραμικρό λάθος θα μας έβαζε σε μεγάλες περιπέτειες.

Μέσα σε συνθήκες «white-out» και τον αέρα να δυναμώνει συνεχίσαμε την πορεία προς την κορυφή. Καθώς έσερνα τα βήματά μου μέσα στο απόλυτο «σκοτάδι» του λευκού, αναλογιζόμουνα τι είδους ευχαρίστηση μπορεί να μου προσφέρει αυτή η ταλαιπωρία.

Κάθε φορά, όμως, που το μυαλό μου βασανίζεται από τέτοιες σκέψεις, αμέσως φέρνω στη μνήμη μου τα λυτρωτικά λόγια του αγαπημένου Καζαντζάκη από την «Αναφορά στον Γκρέκο»:

«Δε μας κινούσε η αλαζονεία, μήτε η απλοϊκή βεβαιότητα πως θα σταθεί μια μέρα η κορφή και θα τη φτάσουμε• μήτε κι αν τη φτάναμε, πως θα βρούμε εκεί απάνω την ευτυχία, τη σωτηρία και τον Παράδεισο• ανεβαίναμε γιατί ευτυχία, σωτηρία και Παράδεισος για μας ήταν η ανάβαση».

Ο αέρας πια έχει αρχίσει ν’ αγγίζει τα όρια της θύελλας. Πρέπει να πλησιάζουμε στην κορυφογραμμή, στο διάσελο μεταξύ Ντουρντουβάνας και Τριανταφυλλιάς. Δε φαίνεται ακόμα, αλλά διάολε είμαστε κοντά.

Πράγματι. Μερικές δρασκελιές ακόμα και βγαίνουμε στα 2.000 μέτρα υψόμετρο. Τα λόγια περιττεύουν. Μετά βίας στεκόμαστε όρθιοι, με τον θυελλώδη παγωμένο αέρα να σαρώνει τα πάντα στο πέρασμά του. Για φωτογραφίες, ούτε συζήτηση.

«Λίγα μέτρα έμειναν ακόμα», φωνάζαμε για να δώσουμε κουράγιο ο ένας στον άλλο. Είναι 16:00 και στεκόμαστε στα 2.078 μέτρα της κορυφής. Τα καταφέραμε. Μετά από 5 ώρες σκληρής δοκιμασίας. Τα καταφέραμε. Όμως, είμαστε ακόμη στη μέση. Έχουμε 2 ώρες μέχρι να νυχτώσει κι ένα ολόκληρο αφρισμένο βουνό να κατέβουμε.

Fire & Ice

Είχα υπολογίσει ότι μπορούσαμε να είμαστε στη στάνη κοντά στα 1.200 μέτρα υψόμετρο γύρω στις 18:00, κι από κει θα παίρναμε τον χωματόδρομο που θα μας κατέβαζε -έστω και νύχτα- με ασφάλεια στη λίμνη. Αρκεί όλα να εξελίσσονταν ομαλά στην κατάβαση. Ευτυχώς, έτσι κι έγινε.

Η κατάβαση μας χάρισε σπάνιες εικόνες. Φαίνεται ότι το βουνό σεβάστηκε την προσπάθειά μας και θέλησε να μας αποζημιώσει μ’ έναν τρόπο που μόνο αυτό ξέρει. Με εικόνες απαράμμιλης ομορφιάς, που ούτε ο καλύτερος ζωγράφος θα μπορούσε να σκιαγραφήσει με τόση τελειότητα τα παιχνιδίσματα των τελευταίων ηλιαχτίδων με το χιόνι.

Οι τελευταίες ηλιαχτίδες προσπαθούν μάταια να ζεστάνουν την παγωμένη Ντουρντουβάνα

Στο διάσελο του Κυνηγού. Άποψη της κορυφής Νησί του Χελμού.

Η στιγμή, όμως, όπου πραγματικά όλες οι αισθήσεις απογειώθηκαν ήταν όταν ξεπρόβαλλε ένα ολόγιομο φεγγάρι, που έκλεψε την παράσταση, σκορπίζοντας μαγεία με το χλωμό του φως να δημιουργεί μια επιβλητική και μοναδική ατμόσφαιρα μέσα στην απεραντοσύνη της νύχτας!

Φεύγοντας εκείνο το βράδυ από τη λίμνη Δόξα, άφησα κάτι πίσω μου. Ίσως αναμνήσεις, ίσως-ίσως, την ικανοποίηση της προσωπικής υπέρβασης.

Τόσοι κίνδυνοι, τόση κούραση, αξίζει άραγε τον κόπο; Αξίζει να υποβάλλεις τον εαυτό σου κάθε φορά σε τέτοια δοκιμασία; Δεν ξέρω. Μετά από τόσα χρόνια, έχω πια την πεποίθηση ότι πάντα θα υπάρχει κάτι που θα με φέρνει πίσω στο βουνό. Ίσως η ανάγκη για ελευθερία, για αναζήτηση της αλήθειας, της δικής μου αλήθειας. Ίσως γιατί με την ορειβασία μπορώ και ζω τα όνειρά μου. Αυτό νομίζω αρκεί.

Μοιραστείτε το
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Email this to someone
email

Μπορεί επίσης να σας αρέσει...