Η πρώτη επανάληψη της Δυτικής Όψης του Changabang

Τον Μάιο του 2022, μετά από 46 χρόνια, το τεράστιο δυτικό τείχος του Changabang επιτέλους επαναλήφθηκε.
Οι Kim Ladiges και Matthew Scholes από την Αυστραλία και ο Daniel Joll από τη Νέα Ζηλανδία πραγματοποίησαν την πολυπόθητη δεύτερη ανάβαση του θρυλικού Δυτικού Τείχους του Changabang (6.864 μ.) στην Ινδία, στο οποίο αναρριχήθηκαν για πρώτη φορά οι Βρετανοί ορειβάτες Peter Boardman και Joe Tasker το 1976.
Στην ιστορία της ορειβασίας μεγάλου υψομέτρου, υπάρχουν ελάχιστες αναβάσεις που έχουν γίνει θρυλικές, με την αληθινή έννοια της λέξης.
Τέτοια είναι η περίπτωση του τεράστιου Δυτικού Τείχους του Changabang, το οποίο έχει ένα γρανιτένιο ανάπτυγμα 1.600 μέτρων.

Το Changabang
Το Changabang είναι ένα βουνό των Ινδικών Ιμαλαΐων. Στα Χίντι μεταφράζεται ως το «λαμπερό βουνό».
Αποτελεί μέρος μιας ομάδας κορυφών που σχηματίζουν το βορειοανατολικό τείχος του Ιερού Nanda Devi.
Είναι μια ιδιαίτερα απότομη κορυφή και όλες οι διαδρομές σε αυτήν είναι μεγάλου βαθμού δυσκολίας.

Υπήρξε ο τόπος πολλών σημαντικών αναρριχήσεων. Δεν έχει υψηλή τοπογραφική προεξοχή, καθώς είναι ελαφρώς χαμηλότερο από τον κοντινό γείτονά του Kalanka στα ανατολικά και χαμηλότερο από πολλές άλλες κορυφές σε άμεση γειτνίαση, αλλά το απότομο βραχώδες προφίλ του το έχει κάνει πιο ελκυστικό προορισμό σε σχέση με το υψόμετρό του.
Η πρώτη ανάβαση στο Changabang έγινε στις 4 Ιουνίου 1974 από μια αποστολή με επικεφαλής τον αντισυνταγματάρχη Balwant Sandhu και τον Chris Bonington, μέσω της Νοτιοανατολικής Όψης, που οδηγεί στην Ανατολική Κόψη.

Αυτή είναι η πιο εύκολη διαδρομή στο βουνό και μία από τις λίγες που απαιτεί αναρρίχηση κυρίως σε χιόνι/πάγο, σε αντίθεση με μια αναρρίχηση σε βράχο με λίγο χιόνι, πάγο ή μικτό πεδίο.
Η πρώτη ανάβαση του Δυτικού Τείχους του Changabang
Η πρώτη επιτυχημένη ανάβαση πραγματοποιήθηκε το 1976 από τους Βρετανούς αλπινιστές Joe Tasker και Pete Boardman.
Σε αντίθεση με τις μεγάλης κλίμακας ορειβατικές αποστολές εκείνης της εποχής, η ελαφριά ομάδα των Tasker και Boardman ξεκίνησε μια οδύσσεια 21 ημερών στον τοίχο, κινούμενη με καθαρά αλπικό στυλ.

Λαμβάνοντας υπόψη τον αέρα, το βάναυσο κρύο και τη μακρά κατάβαση πίσω στην κατασκήνωση βάσης, το ταξίδι των 40 ημερών του ντουέτου πρέπει να ήταν σαν να ανεβαίναν σε άλλο πλανήτη.

Η πρώτη επανάληψη του Δυτικού Τείχους
Στις 2 Μαΐου 2022, 46 χρόνια μετά την πρώτη ανάβαση, ο Kim Ladiges και ο Matthew Scholes από την Αυστραλία και ο Daniel Joll από τη Νέα Ζηλανδία έκαναν τη δεύτερη ανάβαση στο Δυτικό Τείχος.
Ενώ αναμφίβολα ακολούθησαν τα χνάρια των θρυλικών αλπινιστών πριν από αυτούς, η ανάβασή τους περιλάμβανε το άνοιγμα 20 εντελώς νέων σχοινιών – μια σημαντική παραλλαγή της αρχικής διαδρομής.

Η ομάδα
«Δύο συν δύο ισούται με τέσσερα, πέντε, έξι ή ίσως και επτά», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Daniel Joll, για να συμπληρώσει ότι «μια ομάδα με υψηλή λειτουργικότητα είναι μεγαλύτερη από το μεμονωμένο άθροισμα των μελών της».
Ο Joll ανέφερε ότι η δύναμη της ομάδας οφειλόταν στη μακρά κοινή αναρριχητική πορεία τους σε βουνά, όπως στη Βόρεια Όψη του Cholatse, το Cerro Torre, την Βόρεια του Grandes Jorasses και το Taulliraju.

Αυτές οι αναβάσεις καλλιέργησαν έναν ισχυρό δεσμό και επέτρεψαν στην ομάδα να μάθει μέσα από τις αποτυχίες της και να οικοδομήσει μια πραγματική εμπιστοσύνη μεταξύ των μελών της.
Το 2020, το τρίο αποφάσισε ότι το Changabang ήταν ο επόμενος μεγάλος στόχος τους και αποφάσισαν, με «πλήρη δέσμευση», να είναι σε αγωνιστική φόρμα και να αναπτύξουν μια σαφή κατανόηση των μεγάλων δυσκολιών της διαδρομής.

Σχεδιασμός και προπόνηση
Η ομάδα εξέτασε τις προηγούμενες 20 προσπάθειες στο Δυτικό Τείχος και συνειδητοποίησε ότι οι περισσότερες ομάδες απέτυχαν λόγω σφαλμάτων στα logistics.
Ο Joll αμφέβαλλε ότι οι τεχνικές δυσκολίες του Δυτικού Τείχους είχαν σταματήσει τους επίδοξους μνηστήρες.
Ήταν ο καιρός, το υπερβολικό κρύο, ο κακός εγκλιματισμός και η έλλειψη ηθικού (ή η υπερβολική κούραση) από την εκτεταμένη μεταφορά φορτίου στη βάση της διαδρομής.

Η ομάδα ανέπτυξε ένα «σταθερό σχέδιο» τόσο για την αποστολή όσο και για την προπόνηση.
Κάθε μέλος ακολούθησε ένα τρίμηνο πρόγραμμα καρδιοπροπόνησης συμπληρωμένο με τακτικές δόσεις υπαίθριας αναρρίχησης.
Στη συνέχεια, έξι εβδομάδες πριν από την αποστολή τους, η ομάδα πέρασε πέντε εβδομάδες κάνοντας αναρρίχηση στο Chamonix, τεστάροντας τα συστήματά τους.

Η ανάβαση
Παρά το τεράστιο τείχος που έστεκε επιβλητικά πάνω από τα κεφάλια τους, τα βαριά φορτία που μετέφεραν και τη συνεχή πιθανότητα κρυοπαγημάτων, ο Joll είπε ότι η ομάδα επικεντρώθηκε μόνο στο έργο που είχε μπροστά της:
«Κατά τη διάρκεια της μεταφοράς του εξοπλισμού, δεν σκεφτήκαμε ποτέ τι θα ακολουθούσε. Κάθε μεταφορά ήταν δύσκολη. Απλώς επικεντρωθήκαμε σε εκείνη την ημέρα και είπαμε [ότι], εφόσον φτάσουμε τον εξοπλισμό εκεί που σχεδιάζαμε, αύριο είναι μια νέα μέρα… Κανείς από εμάς δεν πίστευε ποτέ ότι θ’ ανεβαίναμε στην κορυφή. Ποτέ δεν φανταζόμασταν ότι θα μπορούσε να γίνει, μέχρι τα τελευταία 100 μέτρα. Κάθε μέρα απλά κάναμε τις σχοινιές μας και μετακινούσαμε τον εξοπλισμό μας, χωρίς ποτέ να σκεφτόμαστε πόσο μακριά έπρεπε να φτάσουμε, απλώς μέχρι τον στόχο της ημέρας».

Αυτός ήταν ένας άλλος βασικός παράγοντας για την αντιμετώπιση μιας διαδρομής αυτού του μεγέθους:
«Η τεράστια προσπάθεια που απαιτείται σε μια διαδρομή όπως το Δυτικό [Τείχος] μπορεί να σας φθείρει αν αρχίσετε να σκέφτεστε όλα όσα πρόκειται να ακολουθήσουν».

Η ομάδα προχώρησε αποτελεσματικά, ποτέ δεν βιαζόταν, αλλά πάντα σε κίνηση, με ένα άτομο να οδηγεί, ένα άλλο να μεταφέρει και το τρίτο να μαζεύει τον εξοπλισμό.
Δεν χαλάρωσαν ούτε στιγμή, καθώς ήταν απασχολημένοι από το πρωί μέχρι τη στιγμή που έκλειναν το φερμουάρ της πόρτας της σκηνής τους και πέφτανε για ύπνο.


Κοιτάζοντας πίσω, ο Joll αποφαίνεται ότι όλη η δυσκολία του Δυτικού Τείχους είναι στο πολύ κρύο κι όχι στις τεχνικές δυσκολίες.
Πράγματι, μπορείτε να φανταστείτε τον εαυτό σας να αναρριχάται στα 6.500 μέτρα, σε διαδρομές βαθμού 5.10 και κλίσεις 80 μοιρών, με παγωμένα χέρια;

«Παρά το γεγονός ότι, μετά από 46 χρόνια, ολοκληρώσαμε την πρώτη επανάληψη της διάσημης διαδρομής Boardman-Tasker, η ανάβαση εξελίχθηκε μάλλον ομαλά», είπε ο Joll.

«Ναι, μας έπιασαν καθημερινές καταιγίδες, μία από τις οποίες ήταν πολύ έντονη… Είχαμε κι άλλα μικρά δράματα, όπως στο τελευταίο μπιβουάκ, όπου η σκηνή μας άρχισε να γλιστράει από τη μικρή πλατφόρμα που είχαμε δημιουργήσει στην άκρη ενός γκρεμού βάθους 1.000 μέτρων. Περιττό να πούμε ότι δεν κοιμηθήκαμε πραγματικά εκείνο το βράδυ. Συνολικά, όμως, ήταν μια ομαλή ανάβαση όπου η ομαδική εργασία και η προσήλωση απέδωσαν καρπούς και τελικά ανταμειφθήκαμε με ένα υπέροχο ηλιόλουστο πρωινό και μια στιγμή ζεστασιάς στην κορυφή».

Changabang, η επιστροφή στο «λαμπερό βουνό»
Η ταινία που ακολουθεί και είναι σε σκηνοθεσία και παραγωγή του Nick Kowalski αφηγείται την ιστορία των τριών συντρόφων, καθώς δοκιμάζουν τα όριά τους στον άγριο δυτικό τοίχο του Changabang.
Πηγές
planetmountain.com
climbing.com
publications.americanalpineclub.org
explorersweb.com





