Γιατί ανεβαίνουμε στα χιονισμένα βουνά;

Μια προσπάθεια απάντησης ή καλύτερα μια ερωτική εξομολόγηση!

Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς τα βουνά και την ορειβασία κι όταν δεν σκαρφαλώνω στις κακοτράχαλες πλαγιές τους, ειδικά τους χειμερινούς μήνες, με πιάνει μια απίστευτη μελαγχολία και νοσταλγική διάθεση.

Έτσι, προσπάθησα να βάλω τις σκέψεις μου σε μια σειρά και να βρω τους λόγους γι’ αυτό που μου συμβαίνει.

Είναι μια λίγο πολύ αστεία απόπειρα ερμηνείας του φαινομένου ή ίσως καλύτερα μια ερωτική εξομολόγηση και υποθέτω ότι κι εσείς κάπως έτσι νιώθετε.

Ως απλός θνητός υπάλληλος, έχω 5 βδομάδες διακοπών το χρόνο, επομένως πρέπει να κατευνάσω τη λαχτάρα μου για τα χειμερινά βουνά κατά τη διάρκεια των διακοπών και ορισμένα Σαββατοκύριακα.

Όταν θέλω να πάω για ορειβασία ένα Σαββατοκύριακο έχω δύο δυνατότητες:

Είτε παίρνω το αυτοκίνητο Παρασκευή απόγευμα μετά τη δουλειά και αφού φάω στη μάπα το ατέλειωτο μποτιλιάρισμα της Εθνικής, φτάνω στα βουνά αργά το βράδυ, νευριασμένος και κουρασμένος ή –όπως κάνω συνήθως- ξεκινώντας αχάραγα Σαββάτου, ξάγρυπνος και κουρασμένος, σέρνοντας νωχελικά τα βήματά μου προς τ’ αυτοκίνητο.

Αλλά δεν πειράζει. Η επανένωση με τα βουνά αντισταθμίζει τις όποιες ταλαιπωρίες, για να μην πω «θυσίες».

Κι είναι μεγάλη η «θυσία» του πρωινού Σαββατιάτικου χουζουρέματος στη ζεστή αγκαλιά του παπλώματος στο βωμό μιας ανάβασης σ’ ένα χιονισμένο βουνό μια παγωμένη χειμωνιάτικη μέρα. Ή μήπως όχι;

Μια σύντομη στάση για μπουγάτσα –η ντόπα των ορειβατών, όσοι δεν γνωρίζετε- κι ένας φρέντο εσπρέσσο σκέτος, για ν’ αφυπνιστεί το μυαλό λίγο πριν φτάσω στη βάση του βουνού.

Μετά από μια σύντομη προετοιμασία, ξεκινάω βιαστικά το περπάτημα. Το κρύο είναι τσουχτερό, το ελαφρύ αεράκι το κάνει ακόμη πιο οδυνηρό, και τα πάντα γύρω μου μουντά και ομιχλώδη.

Από τα πρώτα βήματα συνειδητοποιώ ότι το βουνό δεν αστειεύεται. Κανένα βουνό δεν αστειεύεται, πόσο μάλλον ένα χιονισμένο βουνό.

Βήμα-βήμα ανηφορίζω την χιονισμένη πλαγιά, μπαίνοντας όλα και πιο βαθιά στο νοτερό σύννεφο. Το κρύο φτάνει μέχρι το κόκκαλο παρά το Gore-Tex τζάκετ που φοράω περήφανα.

Το σακίδιο με όλο τον προηγμένο ορειβατικό μου εξοπλισμό είναι βαρύ. Έτσι το αισθάνομαι, τουλάχιστον, όταν έχω καιρό να το ζαλωθώ. Σύντομα, όμως, το συνηθίζω.

Η κλίση της πλαγιάς μεγαλώνει. Βγάζω τα κραμπόν και προσπαθώ να τα φορέσω με δάκτυλα παγωμένα.

Ποτέ δεν φανταζόμουν ότι διέθετα τόσο πλούσια ποικιλία βωμολοχιών στο λεκτικό μου οπλοστάσιο. Και για μια ακόμη φορά ορκίζομαι ότι αυτή θα είναι η τελευταία φορά.

Σφίγγω τα δόντια και συνεχίζω την ανάβαση. Η καρδιά χτυπά πιο δυνατά καθώς οι προκλήσεις του πεδίου αυξάνονται με εκθετική πρόοδο.

Σύντομα, όμως, τα σύννεφα της αμφιβολίας αρχίζουν να διαλύονται μαζί με το μουντό σύννεφο που με συντροφεύε μέχρι τώρα.

Ο ήλιος ξεπροβάλλει δειλά πάνω από την κορυφογραμμή, φωτίζοντας ντροπαλά την ολόλευκη κορφή.

Νιώθω ένα κύμα ευφορίας να κατακλύζει κάθε γωνιά του σώματός μου. Πώς μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα μέσα σε λίγα λεπτά!

Τώρα ήρθε η ώρα για ένα μικρό διάλειμμα. Απολαμβάνω τη σιωπή, το απαλό άγγιγμα του ανέμου και τη ζωογόνο δύναμη του ήλιου.

Με οδηγό την αδάμαστη θέληση ξεκινώ το περπάτημα. Ανηφορίζω προς την κορυφή. Η ανάσα βαραίνει, καθώς το πόδι βυθίζεται στο μαλακό πια χιόνι.

Και γίνεται ο αέρας ψίθυρος και μετά κραυγή και μου φωνάζει: προχώρα, μη σταματάς.

Και γω παραδίνομαι σ’ αυτή την ακατανίκητη επιθυμία να συνεχίσω το ταξίδι, να συνεχίσω την ανάβαση, να φτάσω στην κορφή, να βρω τον δικό μου παράδεισο.

Τίποτα πια δεν μπορεί να με σταματήσει. Κανένας φόβος και καμιά αμφιβολία. Μερικά βήματα ακόμη κι η κορφή στέκεται κάτω απ’ τα πόδια μου.

Εκεί που ο ουρανός αγκαλιάζει τη γη, νιώθω και βλέπω μια άλλη εκδοχή του κόσμου ν’ ανοίγεται μπροστά μου. Ενός κόσμου που δεν είχα τολμήσει ούτε καν ν’ ονειρευτώ.

Δεν έχω έλεγχο, ούτε λόγο σ’ αυτά που συμβαίνουν γύρω μου. Εικόνες, συναισθήματα και μνήμες συμπλέκονται αδιαίρετα καθώς αισθάνομαι την ίδια την πνοή του βουνού να πλημμυρίζει τα στήθια μου.

Είναι λίγες και πολύτιμες οι στιγμές αυτές και χρέος μας να τις κυνηγάμε και να τις εκτιμάμε όταν βρεθούν στο μονοπάτι της ζωής μας.

Αφήνω πίσω τη θάλασσα από χιονισμένες κορυφές και ξεκινώ να κατηφορίζω μονότονα. Αργά-αργά, σχεδόν βαριεστημένα, επιστρέφω στον τόπο απ’ όπου ξεκίνησαν όλα.

Τα πόδια παγωμένα και βαριά, το ίδιο και το σακίδιο, μετά από τόσες ώρες περπάτημα.

Το μυαλό, όμως, ανάλαφρο κι ελεύθερο, ονειρεύεται και σχεδιάζει κιόλας το πλάνο της επόμενης εξόρμησης.

Θεωρώ ότι είναι αδύνατο να βγεις αλώβητος από μια τέτοια ορειβατική εμπειρία. Η ζωή σου είναι πλέον διαφορετική. Τη βλέπεις αλλιώς.

Τη βλέπεις όπως δεν μπόρεσες να τη δεις ούτε στα πιο παράτολμα όνειρά σου. Και μ’ αρέσει.

Έτσι είμαστε εμείς οι ορειβάτες, έτσι σκεφτόμαστε κι αυτή είναι η σχέση που έχουμε με τα βουνά. Μια σχέση εξάρτησης, σχεδόν ερωτική.

Ίσως σας ενδιαφέρουν…