Χειμερινός ύμνος στον Χελμό

Το ξημέρωμα μάς βρίσκει ν’ ανηφορίζουμε βιαστικά προς τον Ξερόκαμπο του Χελμού και συγκεκριμένα για το parking του χιονοδρομικού κέντρου.
Ο χειμώνας παίρνει τις πρώτες του ανάσες και οι ώρες με φως είναι λίγες και πολύτιμες.
Το βουνό μάς υποδέχεται μ’ ένα ελαφρύ αλλά παγωμένο αεράκι, μια σαφής προειδοποίηση ότι η ανάβαση αυτή μόνο περίπατος δεν θα είναι.

Το πλάνο που έχουμε καταστρώσει έχει ως πρώτο στόχο την κορυφή της Νεραϊδόραχης μέσω των πιστών που ανηφορίζουν προς την κορυφογραμμή και τις εγκαταστάσεις του Αστεροσκοπείου του Αρίσταρχου.

Τα πρώτα βήματα γίνονται σε ξέχιονο πεδίο, αλλά μετά τα πρώτα 100-200 υψομετρικά, οι μπότες αρχίζουν να τρίζουν πάνω στην παγωμένη κρούστα.

Οι μικρές ποσότητες χιονιού δεν επιτρέπουν τη λειτουργία του χιονοδρομικού και οι πίστες γυμνές από φωνές και σλάλομ, υποδέχονται μάλλον ξαφνιασμένες την παρουσία μας.


Το βουνό υψώνεται απότομα μπροστά μας και η πρόσβαση στην κορυφογραμμή γίνεται ολοένα και απαιτητικότερη, όσο παίρνουμε υψόμετρο.
Σε μια αριστερή στροφή της πίστας, ξεπροβάλλει στο βάθος δεξιά το εγκαταλειμμένο καταφύγιο του Χελμού.

Ένα γερασμένο ορειβατικό κουφάρι, που αν είχε φωνή θα μας διηγούνταν σίγουρα πολλές ενδιαφέρουσες ιστορίες.



Ο αέρας δυναμώνει καθώς προσεγγίζουμε την κορυφογραμμή. Το χιόνι σκληραίνει και η χρήση του χειμερινού εξοπλισμού (κραμπόν & πιολέ) φαντάζει μονόδρομος.


Το χειμερινό βουνό δεν προσφέρεται για επιπολαιότητες. Σύντομη στάση για να εφαρμόσουμε τα κραμπόν στ’ άρβυλα.
Πλέον, με σίγουρο βηματισμό και αυτοπεποίθηση βγαίνουμε στην παγωμένη κορυφογραμμή, στο ύψος της βάσης του αναβατήρα της Στύγας.


Τα πάντα γύρω μας κοκκαλωμένα από τις ανελέητες ριπές του αέρα. Κάθε βήμα εκεί πάνω είναι και μια κατάθεση ψυχής.

Πρώτος σταθμός η Νεραϊδόραχη (2.339 μ.), ένα υπέροχο μπαλκόνι με θέα ανεπανάληπτη που δεν μπορούμε να την χαρούμε για πολύ μιας κι έχουμε να παλέψουμε με το δριμύ ψύχος.

Ο αέρας κόβει σαν γυαλί, αλλά εμείς πρέπει να συνεχίσουμε. Επιστροφή στη Στύγα και πορεία προς τον «Αρίσταρχο».

Ο «Αρίσταρχος» στέκεται αγέρωχος. Ένα μάτι από γυαλί και ατσάλι στραμμένο στην απεραντοσύνη του σύμπαντος. Κι εμείς, μικρές ασήμαντες κουκκίδες πάνω στα χιόνια, προχωράμε από κάτω του.

Καθώς το κρύο βαραίνει, εμείς διασχίζουμε τον δασικό δρόμο που οδηγεί προς τον Επάνω Κάμπο.


Δύσκολο το περπάτημα, καθώς τεράστιες ποσότητες έχουν στοιβαχτεί σ’ αυτή την πλευρά του βουνού.

Ο κάτασπρος Επάνω Κάμπος μας υποδέχεται με μια ασυνήθιστη άπνοια. Το πιο απολαυστικό κομμάτι της σημερινής μας πορείας, που όμως κράτησε πολύ λίγο.


Πλησιάζουμε στα ριζά της summit-ridge της Ψηλής Κορφής, του πιο ψηλού ακρόκορφου του Χελμού.

Ξαφνικά, η κορυφογραμμή χάθηκε μέσα στο σύννεφο. White-out το λένε και είναι από τους χειρότερους εφιάλτες ενός ορειβάτη.

Τα πάντα γύρω σου τυλιγμένα από μια λευκή ομίχλη, ο ουρανός κι η γη γίνονται ένα και συ πρέπει να βρεις το δρόμο σου.

Ευτυχώς, η σύγχρονη τεχνολογία έκανε το μικρό της θαύμα. Με πυξίδα το gps, καταφέραμε να πατήσουμε στο ψηλότερο σημείο του βουνού, στα 2.355 μέτρα υψόμετρο. Και όχι μόνο.
Αποδείχθηκε πολύτιμος οδηγός μας στη διάσχιση του Επάνω Κάμπου κατά την επιστροφή μας.
Είναι ένα σημείο του βουνού που πολύ εύκολα μπορείς να χάσεις τον προσανατολισμό σου σε συνθήκες white-out.
Βγαίνουμε στον χωματόδρομο, αλλά δεν θα επιστρέψουμε από τα ίδια. Έχουμε κι άλλα σχέδια.


Ακολουθούμε τον δρόμο για 2 χιλιόμετρα περίπου – μέχρι την Πουλιού Βρύση – ώσπου τον αφήνουμε κι ανηφορίζουμε στα δεξιά μας προς το διάσελο του Αυγού όπου είναι χτισμένο το εγκαταλειμμένο καταφύγιο του Χελμού «Β. Λεοντόπουλος», σε υψόμετρο 2.100 μέτρων.

Το πλάνο που είχαμε καταστρώσει περιλάμβανε μία ακόμη κορυφή και δεν είχαμε σκοπό για οποιαδήποτε αλλαγή.



Έτσι, από το διάσελο πιάσαμε τη ράχη που ανηφόριζε στ’ αριστερά μας και χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες προσεγγίσαμε την κορυφή Αυγό, στα 2.138 μέτρα υψόμετρο.


Από το Αυγό, η προσέγγιση του parking του χιονοδρομικού έγινε με μια σχεδόν direct κατάβαση, μιας και το επέτρεπε το ξέχιονο πεδίο.

Μια χειμερινή ορειβατική εξόρμηση στον Χελμό δεν είναι απλός περίπατος. Είναι μια σκληρή δοκιμασία.
Το κρύο που μουδιάζει το κορμί, οι άνεμοι που σαρώνουν, το χιόνι που γίνεται κατά τόπους πέτρα.
Χωρίς εμπειρία σε αλπικές συνθήκες, χωρίς τον κατάλληλο εξοπλισμό: κραμπόν & πιολέ, επαρκή χειμερινό ρουχισμό και χωρίς επαρκείς γνώσεις προσανατολισμού με χάρτη, πυξίδα και gps, καλύτερα μην ξεκινήσεις καν από το σπίτι.

Η κυκλική διάσχιση των ψηλών κορυφών του Χελμού είναι περίπου 7-8 ώρες πορείας και κάθε λεπτό είναι ένας αγώνας απέναντι στα στοιχειά της φύσης.
Μα όταν σταθείς εκεί, ανάμεσα σε κορυφές και σύννεφα, ξέρεις ότι δεν έχεις ανέβει απλώς σ’ ένα βουνό.
Έχεις τραγουδήσει έναν ύμνο αφιερωμένο στη χειμερινή ομορφιά των βουνών, έναν ύμνο που κάθε φορά γράφεται με βαριές ανάσες και πολύ ιδρώτα.
Σημείωση: Το φωτογραφικό υλικό είναι από δύο διαφορετικές εξορμήσεις στον Χελμό.





