Μια «Τρελή» διάσχιση του Υμηττού – Μέρος Α

Τον Μάιο του 2022 πραγματοποιήσαμε μια επική διάσχιση της κορυφογραμμής του Υμηττού για να ανακαλύψουμε το μυστικό που υπάρχει εκεί ψηλά.
Χρόνια με πιλάτευε ο φίλος μου ο Γιάννης για να κάνουμε αυτή τη διάσχιση. Όμως, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, όλο του το ανέβαλα. Κι όταν το αποφάσισα, μας πρόλαβε η καραντίνα του covid.
Έτσι, το project έμεινε θαμμένο στο συρτάρι για κάνα δυο χρόνια. Ώσπου, μια γλυκιά ανοιξιάτικη βραδιά, καθώς χάζευα το ολόγιομο φεγγάρι να ξεπροβάλει πίσω από την κορυφογραμμή του, μου ήρθε η επιφοίτηση.
Πέταξε η σκούφια του Γιάννη, μόλις άκουσε τα χαρμόσυνα νέα από το τηλέφωνο. Η διαθέσιμη ημερομηνία είχε βρεθεί και το μόνο που απέμενε, ήταν ο καθορισμός των λεπτομερειών της διαδρομής.

Το logistics ήταν σχετικά εύκολα. Κοντινός προορισμός. Τα μέσα μαζικής μεταφοράς δεν ήταν διόλου βολικά. Άρα δύο αυτοκίνητα. Ένα στην αφετηρία και ένα στον τερματισμό.
Η αφετηρία ήταν δεδομένη. Κλασικά, στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη Κυνηγού στο Σταυρό της Αγίας Παρασκευής.
Εκεί που είχαμε κολλήσει λίγο ήταν το σημείο τερματισμού της διάσχισης. Ως ο ρομαντικός της παρέας και επηρεασμένος από το βιβλίο του Αντώνη Καλογήρου, ήμουνα της άποψης να καταλήξουμε στη θάλασσα, εκεί που «σβήνει» ο Υμηττός. Δηλαδή, μέχρι το ακρωτήριο Ζωστήρας στα Λιμανάκια της Βουλιαγμένης.
Διάολε, αφού το πήρα απόφαση, θα το πάμε μέχρι τέλους. Τι, μισές δουλειές θα κάνουμε;
Ο Γιάννης, πιο πρακτικός, πρότεινε να το πάμε μέχρι το Πανόραμα της Βούλας, για ν’ αποφύγουμε το άχαρο περπάτημα (καταμεσήμερο) μέσα στον αστικό ιστό. Και δεν είχε άδικο.

Οπότε, ένα ηλιόλουστο πρωινό, άνοιξα το παράθυρο να μπει, δροσιά να μπει του Μάη.
Ένα ζωογόνο αεράκι εισέβαλε στο δωμάτιο, καθώς φόρτωνα το μικρό σακίδιο στην πλάτη. Τέρμα πια τα όνειρα και οι επιθυμίες. Τώρα είναι η ώρα της πραγμάτωσής τους.
Πριν προχωρήσουμε, όμως, στην περιγραφή αυτής καθ’ αυτής της διάσχισης, θα ήταν νομίζω μεγάλη παράλειψη αν δεν παραθέσουμε ορισμένες βασικές πληροφορίες για το ίδιο το βουνό, τον πρωταγωνιστή σε όλες τις ορειβατικές μας παραστάσεις.
Πληροφορίες που αλιεύσαμε – εκτός της Wikipedia – από τα βιβλία των εξαίρετων ορειβατών, φυσιολατρών και συγγραφέων, Νίκου Νέζη και Αντώνη Καλογήρου.
Ο «Τρελός» Υμηττός
Γενικά Στοιχεία
Όρος Υμηττός. Το βουνό – σήμα κατατεθέν – του λεκανοπεδίου της Αττικής, το βουνό που έκανε τραγούδι ο μεγάλος Μάνος Χατζηδάκις, το βουνό που κάποτε ήταν διάσημο για το θυμαρίσιο μέλι του.
Ο Υμηττός, που όλοι βλέπουμε από κάθε γωνιά της Αθήνας, αρχίζει από εκεί που «σβήνει» η Πεντέλη, στο Σταυρό της Αγίας Παρασκευής, και φθάνει σχεδόν μέχρι τη θάλασσα, στα Λιμανάκια της Βουλιαγμένης.

Πρόκειται για έναν μακρόστενο ορεινό όγκο, που υψώνεται μεταξύ του λεκανοπεδίου της Αττικής και των Μεσογείων, με κατεύθυνση από βορρά προς νότο.
Το μήκος του φτάνει τα 23 χιλιόμετρα και το πλάτος του ποικίλει από 4 έως 6 χιλιόμετρα, ενώ καλύπτει μια έκταση 80.000 στρεμμάτων.
Η υψηλότερη κορυφή του ονομάζεται Εύζωνας με υψόμετρο 1.026 μέτρα. Άλλες κορυφές του συγκροτήματος είναι το Κορακοβούνι (728 μ.), ο Προφήτης Ηλίας (659 μ.), το Μαυροβούνι (774 μ.), το Στρώμα (725 μ.), ο Σταυραετός (627 μ.), καθώς και κάποιες ανώνυμες κορυφές με μεγαλύτερα ή και μικρότερα υψόμετρα.

Ονομασία
Η λέξη Υμηττός είναι πανάρχαια, όπως και η άλλη ονομασία του Υμησσός, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο.
Η λέξης Υμηττός προέρχεται από την πελασγική λέξη «ούμαιτ-του» ή «ύμητ-του», που σημαίνει «όρος σχηματίζον ευθείαν γραμμήν, κυρτούμενον δε κατά τα δύο άκρα ως τόξον χαλαρωμένον».
Η ονομασία Υμησσός σημαίνει το «στερεό, δύσκολο έδαφος» ή το «πετρώδες και άγονο έδαφος».

Επίσης, στον Υμηττό, κυρίως το βόρειο τμήμα του, του έχουν προσδώσει και την ονομασία «Τρελός». Για την ονομασία αυτή υπάρχουν πολλές εκδοχές, όπως:
α) Η λέξη Υμηττός προέρχεται από το «θύμος» (κοιν. θυμάρι) που έγινε σιγά-σιγά «θυμέτ-υμέτ-υμηττός». Οι αρχαίοι ονόμασαν θύμους, τα φρύγανα που αφθονούσαν στον Υμηττό και που με το δυνατό τους άρωμα έκαναν τις μέλισσες να στροβιλίζονται σαν μεθυσμένες.
β) Οι παλαιοί κάτοικοι της Νότιας Ιταλίας (Μεγάλη Ελλάδα) πρόφεραν τον Υμηττό ως «Ύματτο», που από παραφθορά έγινε «Μάττος», ενώ στα χρόνια της Φραγκοκρατίας ονομάστηκε «Μόντε Ιμέττο» και «Μόντε Μάττο», που κατά σύμπτωση σημαίνει «Τρελό Βουνό».
γ) Μια πολύ απλοϊκή και διαδεδομένη εξήγηση είναι ότι το «Τρελός» προέρχεται από την ονομασία «Tres long = Πολύ μακρύς», που έδωσαν οι Γάλλοι, ή κατ’ άλλους οι Ιταλοί ναυτικοί, γιατί δε γνώριζαν τη λέξη Υμηττός. Η εξήγηση αυτή δεν ευσταθεί γιατί η ονομασία «Τρελός» προϋπήρχε και εξάλλου η ονομασία Υμηττός ήταν γνωστή ανέκαθεν στους Έλληνες και στους Ρωμαίους, όπως προαναφέρθηκε, αλλά και στους σύγχρονους Φράγκους και Ιταλούς.
Ο Τούρκος περιηγητής του 17ου αι. Evliya Chelebi, αναφέρει τον Υμηττό ως «Ντελή Νταγ», δηλ. «Τρελό Βουνό». Σε ένα τούρκικο Ταπί (επίσημος κτηματικός τίτλος) του 1761 της Μονής Πετράκη, εμφανίζεται ο μισός Υμηττός σαν «Ντελή Νταγ» («Τρελοβούνι») και ο άλλος μισός σαν «Καρά Νταγ» («Μαυροβούνι»).

Ιστορικά Στοιχεία
Το βουνό είναι άμεσα συνδεδεμένο με την ιστορία της αρχαίας Αθήνας. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι στον Υμηττό και γύρω απ’ αυτόν υπήρχαν αρκετοί πελασγικοί οικισμοί.
Σύμφωνα με τα ευρήματα και τις ιστορικές πηγές, στην περιοχή του όρους είχαν ιδρυθεί κατά την αρχαιότητα ιερά.
Ο Παυσανίας αναφέρει ότι στον Υμηττό υπήρχε άγαλμα του Υμήττιου Δία, καθώς και βωμοί του όμβριου Δία και του προόψιου Απόλλωνα.
Στη δυτική πλευρά του Υμηττού έχουν βρεθεί στοιχεία πρωτοελλαδικής κατοίκησης (στο Κορακοβούνι), αλλά και ίχνη αρχαίων ναών, όπως είναι της Δήμητρας ή της Αφροδίτης κοντά στη Μονή Καισαριανής.
Στη δυτική πλευρά, επίσης, υπήρχαν λατομεία εξόρυξης μαρμάρου, το οποίο χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή μνημείων στους Ελληνιστικούς και Ρωμαϊκούς χρόνους.

Μορφολογικά – Γεωλογικά Στοιχεία
Όπως αναφέραμε, ο Υμηττός είναι ένα μακρόστενο βουνό με απότομες πλαγιές, χαρακτηριστικό των βουνών που βρίσκονται κοντά στη θάλασσα.
Περίπου στο μέσον χωρίζεται σε δύο τμήματα, το βόρειο με την ψηλότερη κορυφή του που οι αρχαίοι Αθηναίοι τον ονόμαζαν «Μέγαν Υμηττόν» και το νοτιότερο «Ελάσσονα» και «Άνυδρον Υμηττόν» (σήμερα Μαυροβούνι).

Τα δύο τμήματα χωρίζονται με το διάσελο Σταυρός σε υψόμετρο 454 μέτρα, ανάμεσα στον Προφήτη Ηλία και το Μαυροβούνι. Από το σημείο αυτό αρχίζουν και τα δύο μεγάλα ρέματα Πιρναρή και Ντούκα.
Η ανατολική πλευρά, προς την πεδιάδα των Μεσογείων, που έχει δυο μεγάλες ρεματιές, της Χαλιδούς και της Ντούκας, είναι αρκετά απότομη.

Η δυτική πλευρά προς το λεκανοπέδιο Αθηνών είναι το ίδιο απότομη, αυλακώνεται από μια μεγάλη χαράδρα, το Κακόρεμα και αρκετές απότομες ρεματιές, όπως είναι του Ιλισού, του Ηριδανού, του Καρέα κ.α.
Η κύρια κορυφογραμμή του Υμηττού έχει αρκετές δολίνες (καρστικά βυθίσματα), που έχουν μάλιστα και τη χαρακτηριστική ονομασία «Γούπατα».

Το κυριότερο, όμως, γνώρισμα του Υμηττού είναι τα πολλά σπήλαια και βάραθρα που έχει, αποτέλεσμα της φύσης και της ποιότητας των πετρωμάτων του.
Ο Υμηττός έχει πάνω από 50 σπήλαια και βάραθρα, ίσως τα περισσότερα απ’ όλα τα ελληνικά βουνά. Τα πιο σημαντικά είναι τα εξής:
Το Σπήλαιο του Λιονταριού
Βρίσκεται σε υψόμετρο 540 μ. περίπου, ΒΑ-Α της κορυφής Κορακοβούνι και σε απόσταση 500 μ. από αυτήν.
Το σπήλαιο έχει ύψος γύρω στα 10 μ., βάθος 50 μ. και πλάτος 20 μ., παρουσιάζει δε δύο μεγάλες σταλαγμιτικές σειρές, καθώς και έναν ομπρελοειδή σχηματισμό, από τους λίγους στο ελληνικό χώρο.
Η ονομασία του οφείλεται σ’ έναν παλιό θρύλο, όπου ένα φοβερό λιοντάρι είχε τη φωλιά του στη σπηλιά και προξενούσε μεγάλες καταστροφές στις γύρω περιοχές.

Το Σπήλαιο Κουτούκι
Είναι το πιο εντυπωσιακό, από άποψη εσωτερικού διάκοσμου, σπήλαιο του Υμηττού και το ωραιότερο σπήλαιο της Αττικής.
Βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του βουνού, σε υψόμετρο 520 μ. και πήρε το όνομά του από την ομώνυμη τοποθεσία όπου βρίσκεται.
Αποτελείται από έναν τεράστιο ανώμαλο θάλαμο, διαστάσεων 60×60 μ., που χωρίζεται σε τμήματα από σταλακτιτικά παραπετάσματα και κολώνες.
Η σημερινή τεχνητή είσοδος, μήκους 17 μέτρων, ανοίχθηκε τη δεκαετία του 1960 για τη διευκόλυνση των επισκεπτών.
Η χαρτογράφηση του σπηλαίου, που έχει τουριστική υποδομή μήκους 350 μ., έγινε το 1954 από τους σπηλαιολόγους Άννα Πετροχείλου και Γιάννη Ιωάννου. Σήμερα είναι το πιο επισκεφθέν από τα σπήλαια της Αττικής.

Το Σπήλαιο Νυμφολήπτου (ή Αρχέδημου)
Βρίσκεται σε υψόμετρο 270 μ. στο ΝΑ αντέρεισμα του οροπεδίου «Κρεββάτι» του Υμηττού, Β της Βάρης.
Το σπήλαιο έχει μεγάλη αρχαιολογική αξία γιατί είναι ίσως το μοναδικό στην Ελλάδα που έχει σκαλισμένα αγάλματα (ανάγλυφα) στο εσωτερικό του.
Ο γλύπτης Αρχέδημος ο Θηραίος εγκαταστάθηκε στο σπήλαιο τον 5ο αι. π.Χ. και το μετέτρεψε σε τόπο λατρείας κυρίως των Νυμφών, αλλά και του Απόλλωνα και του Πάνα.
Σκάλισε πάνω στους σταλακτιτικούς όγκους του σπηλαίου μια καθισμένη θεότητα, βωμό, θέσεις για διάφορα αναθήματα, αρκετές επιγραφές, καθώς και τον εαυτό του να κρατά στο ένα χέρι το σφυρί και στο άλλο τη σμίλη.

Το σπήλαιο έχει λεηλατηθεί και σκαφτεί ολόκληρο από αρχαιοκάπηλους, όπως και όλα σχεδόν τα σπήλαια του Υμηττού και γενικά της Αττικής. Σήμερα η Αρχαιολογική Υπηρεσία έχει κλείσει την είσοδο με σιδερένιο κλωβό.
Από γεωλογική άποψη ο Υμηττός ανήκει στην αττικοκυκλαδική ζώνη. Τα πετρώματά του περιέχουν ασβεστόλιθους, σχιστόλιθους και μεγάλες μάζες μαρμάρου και μαρμαρυγιακών σχιστολίθων.
Εξαιτίας αυτής της φύσης των πετρωμάτων, δεν υπάρχουν πηγαία νερά. Πηγές υπάρχουν μόνο στα χαμηλά υψόμετρα και συγκεκριμένα στις περιοχές Καισαριανής-Καρέα.
Πιο γνωστές πηγές είναι της Καλοπούλας που εξύμνησε ο Λατίνος ποιητής Οβίδιος, γιατί πιστευόταν ότι το νερό της χάριζε ευτοκία και γονιμότητα, της Μονής Καισαριανής (παλ. Κριού κεφαλή), των Μονών Αστερίου, Ιωάννου Θεολόγου και Καρέα κ.α.

Χλωρίδα
Η χλωρίδα του όρους περιλαμβάνει περίπου 650 είδη και υποείδη, τα 54 εκ των οποίων είναι ενδημικά της Ελλάδας ενώ τα 59 προστατεύονται από την ελληνική νομοθεσία και διεθνείς συμβάσεις ή περιλαμβάνονται σε καταλόγους απειλούμενων ειδών.
Στο Αισθητικό Δάσος Καισαριανής έχουν καταγραφεί περισσότερα από 40 είδη ορχιδέων, μία από τις υψηλότερες πυκνότητες ορχεοειδών της Ευρώπης αναλογικά με την έκταση, ενώ στο βουνό μπορεί να βρει κανείς και ενδημικά είδη Crocus και Centaurea.

Οι αναδασωτικές επεμβάσεις στο σύνολο του Αισθητικού Δάσους από τη Φιλοδασική Ένωση Αθηνών είχαν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός μωσαϊκού βλάστησης όπου κυριαρχεί η τραχεία πεύκη σε αμιγείς συστάδες ή σε ανάμειξη με κυπαρίσσι και με πλατύφυλλα είδη όπως η κουτσουπιά, η χαρουπιά και η χνοώδης δρυς.
Στις βραχώδεις περιοχές κυριαρχούν τα πεύκα, τα πουρνάρια και οι αγριελιές. Το μωσαϊκό συμπληρώνουν ενότητες με ιδιαίτερη φυσιογνωμία (σε περιορισμένη έκταση) όπως ο «ιστορικός ελαιώνας», ο γειτονικός κυπαρισσώνας, οι ευκάλυπτοι κυρίως στα νότια του νεκροταφείου Καισαριανής, η παραρεμμάτια βλάστηση κ.α.

Ο Υμηττός έχει υποστεί καταστροφικές πυρκαγιές αλλά συνεχίζει να διαθέτει εκτάσεις πρασίνου από τις συνεχείς δενδροφυτεύσεις. Είναι προστατευόμενος βιότοπος του δικτύου Natura 2000.
Πανίδα
Στον Υμηττό έχουν καταγραφεί πολλά είδη θηλαστικών, αρκετά από αυτά σπάνια και προστατευόμενα, όπως διάφορα είδη νυχτερίδων (όλα προστατευόμενα), αλεπούδες, λαγοί, σκαντζόχοιροι, κουνάβια, νυφίτσες, ασβοί.

Επίσης έχουν καταγραφεί 112 είδη πτηνών, τα οποία είναι επιδημητικά, μεταναστευτικά, χειμερινοί επισκέπτες και περιστασιακά εμφανιζόμενα. Ο αριθμός αυτός είναι το ¼ των ειδών που υπάρχουν στην Ελλάδα.
Υπάρχουν αρκετά είδη ερπετών (όλα προστατευόμενα), ανάμεσά τους δύο από τα τρία είδη χερσαίων χελωνών που υπάρχουν στην Ελλάδα, τρία είδη φιδιών, αρκετές σαύρες, πολλά είδη αμφιβίων κυρίως βάτραχοι και φρύνοι.

Μοναστήρια
Εκτός από τις ομορφιές της φύσης, στον Υμηττό υπάρχουν και σπουδαία βυζαντινά μοναστήρια. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν:
α) Η Μονή Καισαριανής, που χρονολογείται από τον 2ο αιώνα και είναι κτισμένη στις πλαγιές του βουνού, πάνω στα ερείπια αρχαίου ναού. Η μονή άκμασε τον 12ο και 13ο αιώνα όπου αποτελούσε πολιτιστικό και πνευματικό κέντρο.
β) Η Μονή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, χτισμένη ανάμεσα στις περιοχές Χολαργός και Παπάγου.

γ) Η Μονή του Αγίου Ιωάννου του Κυνηγού, χτισμένη στη βορειότερη κορυφή του Υμηττού τον 12ο αιώνα.
δ) Η Μονή Αγίου Ιωάννη Προδρόμου Καρέα, χτισμένη στις δυτικές πλαγιές του Υμηττού, κοντά στη συνοικία του Καρέα.
ε) Η Μονή Αστερίου χτισμένη στη βορειοδυτική πλευρά του Υμηττού, δυτικά της μονής της Καισαριανής.

Ανθρώπινες Επεμβάσεις
Ο Υμηττός, όπως όλα τα περιαστικά βουνά, έχει υποστεί τις συνέπειες της έντονης οικιστικής ανάπτυξης του λεκανοπεδίου της Αττικής, καθώς και τις ανθρωπογενείς επεμβάσεις, όπως είναι τα λατομεία, η διάνοιξη δρόμων (όπως η Περιφερειακή του Υμηττού, παρακλάδι της Αττικής Οδού), η απόθεση αστικών αποβλήτων, η ξύλευση και οι πυρκαγιές.

Τα τελευταία 30-40 χρόνια οικοπεδοποιήθηκε σε επικίνδυνο βαθμό όλη η πλευρά του Υμηττού, από την Αγία Παρασκευή μέχρι του Παπάγου και από την Καισαριανή μέχρι την Ηλιούπολη, αλλά και η δυτική πλευρά του νότιου Υμηττού, με αποτέλεσμα την καταστροφή χιλιάδων πεύκων και την αλλοίωση του φυσικού περιβάλλοντος.


Μεγάλη αισθητική αλλοίωση, αλλά και ουσιαστική έχει υποστεί και η κορυφογραμμή του Υμηττού, καθώς από το 1959 υπάρχουν εγκαταστάσεις της Αεροπορίας και πλήθος κεραιών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών.


Στα νεότερα χρόνια, αναπτύχθηκαν πολλά μικρά λατομεία μαρμάρου και πέτρας, συχνά πάνω σε αρχαία λατομεία, καθώς και μεγάλα λατομεία θραυστού, όπως το απέραντο λατομείο στο Κακόρεμα.
Στη δυτική πλευρά του Υμηττού, Ν από τη Μονή Καρέα, σε υψόμετρο 500 μ. κτίστηκε ένα νέο μικρό καταφύγιο από το Δήμο Ηλιούπολης και τον Ε.Ο.Σ. Ηλιούπολης.

Πεζοπορία – Αναρρίχηση
Στον Υμηττό υπάρχουν αρκετά μικρά αναρριχητικά πεδία που χρησιμοποιούνται από τους αναρριχητές για την εξάσκησή τους. Ενδεικτικά αναφέρουμε:
α) Τα χαρακτηριστικά απότομα μικρά βράχια πάνω από τη Μονή Καρέα.
β) Την τοποθεσία «Τρύπιος Βράχος» στην αρχή της χαράδρας Σαρίνα και στ’ αριστερά του δασικού δρόμου Καρέα-Αγ. Μαρίνας.
γ) Τα βράχια ενός παλιού λατομείου, γνωστά ως «Καράβι» πάνω από το Βύρωνα.
δ) Ο «Βραχόκηπος», το μεγαλύτερο αναρριχητικό πεδίο του βουνού, με τα εντυπωσιακά ασβεστολιθικά βράχια, με διαδρομές μεγάλου βαθμού δυσκολίας.


Στο βιβλίο του Αντώνη Καλογήρου «ΥΜΗΤΤΟΣ – Διάσχιση – Μονή Αγ. Ιωάννη Κυνηγού – Ακρ. Ζωστήρας», 2020, www.pezoporia.gr διαβάζουμε ότι τα μονοπάτια στον Υμηττό είναι το πιο πολύπλοκο θέμα στο βουνό.
Έχουν δημιουργηθεί δεκάδες μονοπάτια από τους κατοίκους που βρίσκονται στα όρια του βουνού. Πέραν αυτών οι περιβάλλοντες το βουνό Δήμοι αποφασίζουν στην περιοχή που τους ανήκει να δημιουργήσουν ένα δίκτυο μονοπατιών.
Αλλά μονοπάτια σηματοδοτούν και οι διάφοροι φορείς που ασχολούνται με το βουνό. Το αποτέλεσμα είναι το απόλυτο χάος.

Στα πάνω από 200 χλμ. μονοπάτια που υπάρχουν (χωρίς τα τμήματα σε χωματόδρομους) δεν υπάρχει καμία ενιαία σήμανση και κανένα οργανωμένο σχέδιο ανάδειξής τους.
Η προσπάθεια αξιοποίησής τους ως τώρα δεν έχει επιτύχει και ευτυχώς που υπάρχουν οι χάρτες της εταιρείας ΑΝΑΒΑΣΗ και TERRAIN καθώς και η ηλεκτρονική εφαρμογή TOPOGUIDE της ANADIGIT για να γνωρίσει κάποιος το δίκτυο των μονοπατιών και να αποφασίσει ποιες διαδρομές θα πραγματοποιήσει.

Στο βόρειο άκρο του Υμηττού έχει δημιουργηθεί ένα δίκτυο μονοπατιών με άσπρες κόκκινες πινακίδες με την αρίθμηση της διαδρομής. Στο δίκτυο εμπλέκονται ο Δήμος Χολαργού και ο Σ.Π.Α.Υ.
Το δίκτυο είναι περίπλοκο καθώς τα μονοπάτια μπλέκονται μεταξύ τους και κινούνται οριζόντια και κάθετα χωρίς κάποια λογική. Πέραν τούτου όμως το δίκτυο είναι πολύ ενδιαφέρον και αξίζει η επίσκεψη του.

Σε πολλά σημεία υπάρχουν πινακίδες με χάρτη της πορείας της διαδρομής. Το δίκτυο απεικονίζεται στο χάρτη «Υμηττός» της εταιρείας ΑΝΑΒΑΣΗ.
Προχωρώντας νοτιότερα γύρω από τη Μονή Καισαριανής υπάρχουν δεκάδες μονοπάτια στα οποία εμπλέκονται η Φιλοδασική Αθηνών και ο ΣΠΑΥ.

Και πάλι θα τονίσουμε ότι δεν υπάρχει μια οργανωμένη πληροφόρηση και μόνα εργαλεία για την ανακάλυψη των μονοπατιών είναι οι χάρτες των εταιρειών ΑΝΑΒΑΣΗ και TERRAIN όπως και η εφαρμογή TOPOGUIDE.
Στο νότιο Υμηττό υπάρχει μια ανεπίσημη σήμανση με κόκκινα βαψίματα η οποία είναι πολύ χρήσιμη ειδικά σε κάποιες διαδρομές όπου τα μονοπάτια δεν είναι ευδιάκριτα (μας βοήθησαν σημαντικά στη διάσχισή μας).

Δύο μεγάλου μήκους μονοπάτια έχουν σημανθεί με τις ενδείξεις «10» και «5» και δεκάδες άλλες σημάνσεις με όλα τα χρώματα, από ιδιώτες και συλλόγους.
Όλα τα ανωτέρω απλά πιστοποιούν τον λαβύρινθο των μονοπατιών και των σημάνσεων που μπορεί να βρει ο σημερινός πεζοπόρος στο βουνό του Υμηττού.
Το μονοπάτι «10» θα μας απασχολήσει στο επόμενο μέρος του αφιερώματος στον Υμηττό, με την περιγραφή της επικής διάσχισης της κορυφογραμμής του βουνού.
Βιβλιογραφία
- Νίκος Νέζης, από το βιβλίο «Τα βουνά της Αττικής», «Υμηττός», 2002, σελ. 154-180
- Αντώνης Καλογήρου, από το βιβλίο «ΥΜΗΤΤΟΣ – Διάσχιση – Μονή Αγ. Ιωάννη Κυνηγού – Ακρ. Ζωστήρας», 2020, www.pezoporia.gr





