Γιώσος Αποστολίδης (1907-1964)

Ο Γιώσος Αποστολίδης

Ο Γιώσος (Ιωσήφ) Αποστολίδης γεννήθηκε το 1907 στα Σούρμενα του Πόντου. Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη γενέτειρά του και να έλθει στην Ελλάδα. Ασχολήθηκε με διάφορες οικοδομικές και εργολαβικές εργασίες και αργότερα με το εμπόριο, ανοίγοντας κατάστημα στο κέντρο της Θεσσαλονίκης.

Η λατρεία του για τη φύση, τον έστρεψε γρήγορα προς την ορειβασία σε μια εποχή που η ορειβασία ήταν ακόμα μουδιασμένη, αδρανής και αποπροσανατολισμένη. Οι ικανότητές του, τα χαρίσματά του, αλλά και η απλότητα τόσο στην ορειβατική παρουσία του όσο και στις σχέσεις του με τους φίλους και τους συντρόφους του, στις πορείες και τις σχοινοσυντροφιές, τον όρισαν γρήγορα ως τον ομόφωνα αποδεκτό αρχηγό.

Όσοι τον γνώρισαν από κοντά, τον περιγράφουν ως θαρραλέο, γνώστη του βουνού και καλό σύντροφο που μετέδιδε το θάρρος στις δύσκολες στιγμές. Για να εκτιμήσουμε τις ορειβατικές εξορμήσεις εκείνης της εποχής θα πρέπει να λάβουμε υπόψη τις συνθήκες που επικρατούσαν και τις αντικειμενικές δυσκολίες που παρουσιάζονταν. Μια εξόρμηση στον Όλυμπο απαιτούσε από την προηγούμενη μέρα οι ορειβάτες να ξεκινήσουν με το τραίνο και μέχρι το βράδυ να έχουν φθάσει στο Λιτόχωρο όπου έπρεπε να βρουν εκεί κάπου να διανυκτερεύσουν και την επομένη, χαράματα, να ξεκινήσουν για την πορεία. Ο επί χρόνια μέλος του Σ.Ε.Ο. Κώστας Τριανταφυλλίδης, νεαρός τότε, που γνώριζε προσωπικά τον Γιώσο Αποστολίδη και πολλές φορές συμμετείχε μαζί του σε αναβάσεις, θυμάται με νοσταλγία αυτές τις διανυκτερεύσεις στο καφενείο – μαγειρείο του Παντόφλα και αργότερα στον ξενώνα που διαχειριζόταν ο Ίραντος ο οποίος κρατούσε και τα κλειδιά του καταφυγίου ψηλά στον Όλυμπο. Τα νιάτα ξεχείλιζαν, ζητούσαν να βρουν διέξοδο και καθοδηγητής ήταν ο αδιαφιλονίκητα αρχηγός, ο Γιώσος. Τα μονοπάτια δεν ήταν τότε ξεκάθαρα και βατά και η ανάβαση αυθημερόν στην κορυφή ήταν αδύνατη. Συνήθως προηγείτο διανυκτέρευση στην Πετρόστρουγκα.

Σε αυτές τις διανυκτερεύσεις, αναπολεί ο Κώστας Τριανταφυλλίδης, ο Αποστολίδης έβγαζε όλο του το πατρικό ενδιαφέρον. Δεν παρέλειπε δε να τους κεράσει και ένα ζεστό τσάι που ο ίδιος φρόντιζε να ετοιμάσει. Ο Χρήστος Κεχαγιάς, νέος τότε 25 χρόνων και γυμνασμένος, θυμάται το θαυμασμό που του είχε προκαλέσει η αντοχή του Αποστολίδη που, με τα διπλάσιά του χρόνια, τρέχοντας ανέβαινε την Σκούρτα. Τον Όλυμπο τον γνώριζε από όλες του τις πλαγιές, τον έζησε σε όλες του τις εποχές με όλες του τις ιδιοτροπίες και αυτό του έδινε την δυνατότητα να προσφέρει στη συντροφιά του νέες, πρωτόγνωρες εμπειρίες.

Αυτήν την απόλυτη γνώση του Ολύμπου πιστοποιεί και η γραπτή μαρτυρία του Νίκου Καπλανίδη: “Σε μια ανάβαση μας, όταν σε μια ράχη κοντά στον Μύτικα ξέσπασε θύελλα, αφού μας υποχρέωσε να αφήσουμε επί τόπου ό,τι μεταλλικά είδη είχαμε μαζί μας, μας οδήγησε γρήγορα σε ένα βαθούλωμα για να αποφύγουμε τους πολλούς και επικίνδυνους κεραυνούς, για τους οποίους μιλούν εύγλωττα τα κατασπαρμένα στις πλαγιές, μισοκαμένα πανύψηλα δένδρα”. Ο Γιώσος Αποστολίδης ήταν μέλος του Ελληνικού Ορειβατικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης στον οποίο εργάσθηκε ως το 1954. Το 1957 με λίγους φίλους πρωτοστάτησε στην ίδρυση του Συλλόγου Ελλήνων Ορειβατών Θεσσαλονίκης. Στο άρθρο 2 του καταστατικού του νέου συλλόγου, ως πρώτος σκοπός αναφέρεται η ευρεία διάδοση, ανάπτυξη και εξύψωση της ορειβασίας σε όλες τις μορφές και εκδηλώσεις, όπως αναβάσεις, ορεινή πεζοπορία, αναρρίχηση βράχου, αλπινισμός, ορειβατικό σκι και αναβάσεις ψηλού βουνού.

Ανάμεσα στους άλλους καταστατικούς σκοπούς του Σ.Ε.Ο. ήταν και η ανέγερση ορειβατικών καταφυγίων. Η ανέγερση ενός κτίσματος στο βουνό δεν είναι εύκολη υπόθεση και γίνεται δυσκολότερη για ένα καινούργιο σωματείο. Παρά ταύτα η αρχή γίνεται το φθινόπωρο του 1957, λίγους μήνες μετά την ίδρυση του Σ.Ε.Ο., όταν στο Χορτιάτη στήνεται μια αχυροκαλύβα, γνωστή ως καλύβα του Σ.Ε.Ο. με πρωτοστάτη τον Αποστολίδη. Στις 6 Σεπτεμβρίου 1964 η καλύβα αυτή κάηκε. Το 1959 χτίζεται η ορειβατική καλύβα του Ολύμπου, λίθινη, σε υψόμετρο περίπου 2.700 μ. στη βάση του προφήτη Ηλία ώστε να προστατεύεται από τον όγκο της κορυφής, όταν λυσσομανά ο αέρας. Πόση δουλειά και πάλι από τον Γιώσο Αποστολίδη που χρειάστηκε να απαρνηθεί την οικογένεια του και τις δουλειές του, μια και το καλοκαίρι διαρκεί πολύ λίγο στον Όλυμπο! Και πράγματι μέσα μόνο σε ένα καλοκαίρι, αυτό το σύντομο καλοκαίρι του Ολύμπου, το κτίσμα των 20 τετραγωνικών είναι έτοιμο. Ανατινάζεται όμως στις 24 Οκτωβρίου 1959. Με την απόφαση 6513/345/4-5-60 ο Ε.Ο.Τ. χορηγεί άδεια στον Σ.Ε.Ο. για ανέγερση καταφυγίου στο διάσελο μεταξύ Προφήτη Ηλία και Τούμπας. Το καλοκαίρι του 1961 οι εργασίες αρχίζουν. Στον Όλυμπο ανασκουμπώθηκαν πάλι για δουλειά ο Γιώσος Αποστολίδης και ο Καραμπέτ Αρζουμανιάν. Ο Γιώσος παράτησε για άλλη μια φορά τις δουλειές του και το σπίτι του για να προσφέρει αυτό που απολαμβάνουν οι σημερινοί ορειβάτες του Ολύμπου. Από επιστολές του προς το σύλλογο εύκολα μπορεί να διαπιστώσει κανείς τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε. Τον Αύγουστο του 1962 έγιναν τα εγκαίνια λειτουργίας του πρώτου ορόφου και τονίστηκε ιδιαιτέρως η συμβολή του Αποστολίδη ο οποίος πλην των άλλων φρόντισε ακόμη να χαράξει το μονοπάτι για την ανάβαση στο καταφύγιο όπως και να διαμορφώσει το γνωστό σήμερα ως Πέρασμα του Γιώσου.

Το φθινόπωρο του 1963, θέλοντας να εκπληρώσει παλιά του υπόσχεση, με ατομική του δαπάνη κατασκεύασε στη θέση Στράγγο του Ολύμπου δεξαμενή και με τον τρόπο αυτό εξασφάλισε νερό, κυρίως το καλοκαίρι, στους ορειβάτες και τους αγωγιάτες. Πρωτοστάτησε ακόμη στην ίδρυση σχολής αναρρίχησης και με τη συμβολή του Γιώργου Μιχαηλίδη μύησε πολλούς στην αναρρίχηση. Με σχοινοσυντροφιές που οργάνωνε κατέκτησε πολλές βουνοκορφές. Όπως αναφέρει ο μαθητής του στην αναρρίχηση Χρήστος Κεχαγιάς ήταν άκρως σχολαστικός όσο αφορά την ασφάλεια των εκπαιδευομένων. Τους τόνιζε δε ιδιαιτέρως, μην πατάτε τα σχοινιά, μια και η ακούσια φθορά τους μπορούσε να προκαλέσει ατυχήματα. Η βαρειά αποστολή του εκπαιδευτού είναι να φέρει πίσω σώους και αβλαβείς τους μαθητές που έχει στο σχοινί του και αυτό το γνώριζε καλά ο Γιώσος. Είναι αδύνατο να συλλάβει κανείς πόσο δύσκολο είναι για έναν αναρριχητή, που έχει την ευθύνη του εκπαιδευτή, να μειώσει στο μηδέν τους κινδύνους μιας διαδρομής σε βράχο ή πάγο.

Τον Απρίλιο του 1962 συμβαίνει το τραγικό περιστατικό στον Άθω με θύμα τον νεαρό Γερμανό Χανς Χέινλ. Ακολουθούν επίπονες, αλλά άκαρπες προσπάθειες από στρατιώτες των Λ.Ο.Κ. και ελικόπτερα για την ανεύρεση και ανάσυρση του νεκρού. Τότε μια ομάδα τριών αναρριχητών του Σ.Ε.Ο. αποτελούμενη από τους Ελευθέριο Αρβανιτίδη, Καραμπέτ Αρζουμανιάν και το δάσκαλο της αναρρίχησης Γιώσο Αποστολίδη αποφασίζει να βοηθήσει. Σε συνέντευξη που παραχώρησε αργότερα στον τύπο ο Αποστολίδης αναφέρει: “Για λόγους ανθρωπιστικούς, συναισθηματικούς αλλά προπαντός εθνικού γοήτρου αποφασίσαμε να καταβάλουμε και εμείς κάθε δυνατή ανθρώπινη προσπάθεια προκειμένου να ανεύρουμε και να ανασύρουμε το πτώμα του άτυχου Γερμανού. Και ομιλώ για λόγους εθνικού φιλοτίμου, γιατί σε καμιά περίπτωση δεν μπορούσαμε να χωνέψουμε πως ήταν δυνατόν εμείς οι Έλληνες ορειβάτες και αναρριχητές να αφήσουμε στη μέση μια τόσο ευγενική και αλτρουιστική προσπάθεια και ότι ακόμη ήταν δυνατόν να ’ρθουν ξένοι και να πετύχουν. Αυτό δεν το ανεχόμεθα”. Ο τύπος της εποχής αναφέρθηκε με κολακευτικά σχόλια στους τρεις γενναίους Θεσσαλονικείς αναρριχητές που επέτυχον άθλον που τιμά τους ιδίους και την Ελλάδα. Ο Γερμανός πρόξενος συνεχάρει τους τρεις αναρριχητές και τους εξέφρασε τις θερμές ευχαριστίες του διότι με κίνδυνο της ζωής τους πέτυχαν το στόχο τους.

Ο αετός του Ολύμπου έσπασε τις φτερούγες του στο αγαπημένο του βουνό. Στις 2 Μαίου 1964, ξεκινούν από τη Θεσσαλονίκη ο Ιωσήφ Αποστολίδης, ο Δημήτρης Ιωαννίδης, ο Φώτης Ιωαννίδης και ο Χρήστος Κεχαγιάς με τραίνο για το Λιτόχωρο. Κάνουν Ανάσταση και αρχίζουν αμέσως, μεσάνυχτα, την πορεία. Βαδίζουν όλη τη νύχτα και το χάραμα τους βρίσκει στο Στράγγο πάνω από τη βρύση Αποστολίδη. Ξεκουράζονται για λίγο και συνεχίζουν από Ανάθεμα, Σκούρτα, Λαιμό, Οροπέδιο, μέχρι το καταφύγιο που τότε διέθετε μόνο τον πρώτο όροφο. Καταστρώνουν το πρόγραμμα της άλλης μέρας και την Δευτέρα 4 Μαΐου με ενθουσιασμό και καλό ηθικό ανεβαίνουν στον Μύτικα. Στην κατάβαση συνέβη το απρόσμενο. Ο Χρήστος Κεχαγιάς, μέλος της σχοινοσυντροφιάς που πρώτος κατέβαινε, γράφει: «Σε μια στιγμή, βλέπω τον Αποστολίδη να πέφτει πάνω στα χιόνια και να γλιστράει προς το μέρος μου, σιωπηλά χωρίς να φωνάξει, χωρίς να πει το παραμικρό. Το σχοινί τέντωσε, τους τράβηξε, σχεδόν τους εκσφενδόνισε». Γράφτηκαν και ειπώθηκαν πολλά. Ο Νίκος Καπλανίδης, που διετέλεσε και πρόεδρος του Σ.Ε.Ο., διέψευσε επίσημα τη φήμη ότι οι συνοδεύοντες τον Αποστολίδη ορειβάτες ήταν άπειροι.

Ο τάφος του Γιόσου Αποστολίδη στο μονοπάτι για τα ζωνάρια του Στεφανιού

Η ομορφιά του αιώνιου πολυθρύλητου βουνού γοήτευσε τους τέσσερις ορειβάτες και κράτησε για πάντα τον ένα, τον εκλεκτό, που έλεγε συχνά ότι ήθελε να τον θάψουν στον Όλυμπο. Οι θεοί άκουσαν την ευχή του και τον περίμεναν στο Λούκι. Κατρακύλησε στην αγκαλιά του χιονιού ο μανιώδης ορειβάτης, που είχε ταυτιστεί με το περήφανο βουνό, και ξεψύχησε στο σπίτι του. Ο Σ.Ε.Ο. Θεσσαλονίκης τιμώντας τον επάξια έδωσε το όνομά του στο καταφύγιο του Ολύμπου, το υψηλότερο υψομετρικά των Βαλκανίων. Το δε μνημείο του Γιώσου τοποθετημένο σε ένα βράχο, στο μονοπάτι προς τις κορφές, απεικονίζει ένα πιολέ, ένα σχοινί κι ένα γυλιό, μαρμάρινα. Η επιγραφή “Φίλοι μου λυπάμαι που δεν μπορώ να σας συνοδεύσω στις κορυφές” εκφράζει την βαθειά του επιθυμία. Υπήρξε άνθρωπος γεμάτος ενέργεια, με ισχυρή θέληση και δύναμη ψυχής. Όλα του αυτά τα προσόντα τα είχε θέσει στην υπηρεσία του μεγάλου του πάθους, του βουνού και του Σ.Ε.Ο. ο οποίος είχε γίνει σκοπός του και όχι μέσο για επιδίωξη προσωπικών φιλοδοξιών. Οι ικανότητες και η μετριοφροσύνη του τον επέβαλαν ως τον φυσικό αρχηγό. Αυτοί που τον έζησαν τον θυμούνται ως τίμιο άνθρωπο, ικανό ορειβάτη και αγνό φυσιολάτρη.

Πηγές
Σ.Ε.Ο. Θεσσαλονίκης / Περιοδικό Όλυμπος / Κείμενο: Δέγκα Ευδοκία
Ε.Ο.Σ. Αλμυρού

Μοιραστείτε το
Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on Google+Email this to someone

Προτεινόμενα άρθρα